22.3.15

Οι ημέρες του Μάρτη

Οι δώδεκα μήνες εν τω σπηλαίω, κατά την
λαογραφική παράδοση. Ξυλογραφία του
Σπύρου Βασιλείου.
  Η λαϊκή παράδοση θέλει τον «κουτσο- φλέβαρο» να ήταν κάποτε αρτιμελής και «κοτσονάτος», έχων ημέρας τριάκοντα ή ακόμη και τριάκοντα μία! Πότε όμως κατέστη χωλός στη θέση του πρώην «αναξιοπαθούντος» Μάρτη, δεν μπορεί να εξακριβωθεί με βεβαιότητα μήτε απ' την ελληνική, μήτε κι απ' τη ρωμαϊκή λαογραφία. Έτσι, την αχλή του χρόνου που αέναα αναβλύζει μέσα απ' το σπήλαιο των Μηνών, ανέλαβε να διαλύσει με τη γλαφυρή «πνοή» της η πένα του Ανδρέα Καρκαβίτσα.
   Στις «Ημέρες της γριάς» που πρωτοδημοσίευσε το 1886, ο μεγάλος ηθογράφος συμπυκνώνει τις διάφορες παραλλαγές των μύθων γύρω από τον μήνα Μάρτη και τις συνδυάζει με τα κύρια γνωρίσματά του, κωδικοποιώντας σ' ένα διήγημα όλη τη «μαρτιάτικη» λαογραφία της ελληνικής παράδοσης.
   Ως γνήσιος νατουραλιστής, μας καθίζει μαζί του σε μιαν εσοχή του σπηλαίου, μέσα στο οποίο η συντροφιά των Δώδεκα Μηνών ακούει τον Τρυγητή, να προτείνει «τον οίνον, τον οποίον χύνουν προς τιμήν του οι κτηματίαι, να τον βάλουν εις ένα βαρέλι να περάσουν τον χειμώνα. Στο άκουσμα αυτό ο Μάρτης πλήρης χαράς ρίπτει την εκ δέρματος κριού σκούφιαν του εις τον αέρα κ' ανακράζει θριαμβευτικώς·
   - Ωραία! ο Μάρτης πεντεδείλινος και πάλι δειλινό είναι. Αφού είν' έτσι, μεγαλώνω κ' γω τις μέρες μου.
   Έκτοτε αι ημέραι του Μάρτη έγιναν τόσον μεγάλαι, ώστε όσον οκνοί και αν είναι οι εργάται, πάντα θα τελειώσουν καλώς το ημεροκάματον· το Μάρτη βάλε αργάτες κι ας τους να ψυλλίζωνται.»
   Και συνεχίζει να μας διηγείται πως... «Όταν κατά τα τέλη του άϊ Δημητριού απόβρασεν ο οίνος, οι μήνες ηθέλησαν να τον μοιράσουν. Έκαμαν δώδεκα τρύπες εις το βαρέλι και καθένας εζήτει την υψηλοτέραν, νομίζων ότι θα ελάμβανεν ούτω και το περισσότερον ποσόν του οίνου. Ο Μάρτης που είναι ο εξυπνότερος και παίζει τους άλλους εις τα δάκτυλα με όσην ευκολίαν το μικρό παιδί τα πεντόβολα, ίστατο πλησίον ατάραχος, σιωπηλός, παρατηρών αυτούς με το ειρωνικόν του μειδίαμα.
   - Αί, δε μιλάς· δε θα πάρεις κ' συ το δικό σου, γέρω Μάρτη; είπεν εις αυτόν ο Φλεβάρης ο γείτων του.
   - Αμ' τι να πάρω εγώ, ο παλιόγερος· εδωπά θ' ανοίξω τον πήρο μου να πιώ λιγάκι.
   Και άνοιξε μεγάλη τρύπα εις το κατώτατον μέρος του βαρελιού», έχοντας προφανώς στο νου του τη ρύση του Παλαιού των Ημερών "Ος εάν θέλει γενέσθαι μέγας εν ημίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλει υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος".
   Ούτως έγινεν η μοιρασιά...»
   Ο Γερο Μάρτης πίνοντας από το χαμηλότερο παπίρι που έντεχνα διάλεξε, ρουφούσε τον εαυτού οίνον, εκ παραλλήλου δε, εμείωνε τη στάθμη του κρασιού απ' τα μερτικά των υπολοίπων μηνών ως... πάντων διάκονος.


   Ώσπου μια ημέρα, «ισχυρά βοή ετάραξε την ηρεμίαν του σπηλαίου· φωναί, γέλωτες, τραγούδια αντήχησαν και μετ' ολίγον εισώρμησαν από μιάς σχισμής οι μήνες όλοι εν ευθυμία.
   - Μάρτη! όρε Μάρτη, κρασί! εφώναξεν ο Θεριστής, κρατών το κυρτόν του δρέπανον εις τον ώμον.
   Ουδείς απήντησε· μόνον ο ήχος της φωνής του Θεριστή έφερε εις τα ώτα των πάλιν την ευχάριστον λέξιν κρασί! κρασί!
   - Μάρτη! όρε Μάρτη, επανέλαβεν ο Θεριστής.
   - Ναι, τώρα Μάρτης· πάει θα τον χάνωμε κι αυτόν κάποτε-κάποτε· είπεν ο Νοέμβρης. Παντρεύτηκε.
   - Παντρεύτηκε! πότε; ποιά πήρε;
   Και όλοι εκπεπληγμένοι, απορούντες δια την πράξιν του παλιόγερου, καθώς τον έλεγον, εστάθησαν με οφθαλμούς διεσταλμένους, λαιμούς τεταμένους και αυτιά ολάνοικτα, να ακούσουν τον γηραιόν Νοέμβριον.
   - Ναι παντρεύτηκε, είπεν ούτος· μα τι κατεργάρης που σου είναι! Ακούς αδερφέ να πάρει δύο γυναίκες! μιά άσχημη και μιά όμορφη, μιά πλούσια και μιά φτωχή...
   - Φοβάμαι μη την πάθει σαν το άλογο που δεν ήξερε από ποιό γρασίδι να φάει κ' έσκασε νηστικό, διέκοψεν ο Αύγουστος.
   - Δεν έχεις δίκιο· η ομορφιά φαίνεται δέκα μίλια μακριά· είπεν ο Μάης, ξανθός νεανίας, ειδήμων πολύ περί τα τοιαύτα.
   - Δε λέω όχι, παραδέχεται ο Νοέμβρης, κάποτε-κάποτε γυρίζει και στην έμμορφη, αλλά πάντα την πλούσια κοιτάζει κι ας είναι άσχημη.
   Πάντως, δεν τους εφάνη παράξενον ότι επήρε δύο γυναίκας, διότι τούτο επιτρέπεται μεταξύ των, αλλά μόνον ότι προτιμούσε ως επί το πλείστον την άσχημη, ένεκα του οποίου οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι ημέρες του είναι βροχερές. Επειδή δε οι μήνες έχουν όλας τα έξεις και τας ροπάς του ανθρώπου, ως οι ολύμπιοι θεοί, ήρχισαν να συμπαθούν την εύμορφην, η οποία έμενεν άνευ θωπειών και περιποιήσεων.
   - Τέτοιο κλήμα και να μη τρυγιέται! επρόσθεσεν ο Τρυγητής και το σπήλαιον αντήχησεν από τον σκαστόν γέλωτα των μηνών».
   Ο δε Απρίλης «στενάξας εκ βάθους καρδίας, ίνα εκδιώξει παλαιάν ερωτικήν μελαγχολίαν, ήρχισε να τραγουδεί. Ο Μάης κατά συμπάθειαν τον συνόδευε και οι λοιποί μήνες παρασυρθέντες ετραγουδούσαν και αυτοί, και το σπήλαιον δια μιάς επληρώθη θορύβου και φωνών, ως χωρικόν καπηλείον κατά τας εορτάς.
  - Μωρέ κρασί! εφώναξεν ο Φλεβάρης αίφνης.
 - Ναι, κρασί, γιατί εκάηκ' ο λάρυγγάς μου απ' το τραγούδι! επανέλαβεν ο Οχτώβρης.
   Και όλοι μετά προθυμίας διακόψαντες το τραγούδι των έτρεξαν εις το βαρέλι, ως κατά τα ιουλιανά καύματα οι βούβαλοι, όταν αισθανθούν πλησίον τους νερό.
   Ευρόντες δε το βαρέλι άδειο και τον γέρω Μάρτη σχεδόν αναίσθητο εκ της οινοποσίας, και περιπέξαντες αυτόν, ετράπησαν εις ύβρεις και βλασφημίας ικανάς και τον διάβολον αυτόν να εκδιώξουν. Ο μάλλον ύποπτος Μάρτης το μόνο που κατάφερε να πει με διακοπτόμενη φωνή ως παραληρών, ήτο πως έπιε μεν, αλλά μόνο από τον δικό του πήρο...
   «Και πλήρεις θυμού, τρέμοντες εξ αγανακτήσεως, ώρμησαν εκ συμφώνου και κατέφερον φοβερά γρονθοκοπήματα επί του πτωχού Μάρτη, όστις ηρκείτο να φωνάζει, να διαμαρτύρεται και να κλαίει απαρηγόρητα, ως την χήρα γυναίκα.

Βροχή στον κάμπο. Ξυλογραφία του Αναστάσιου Τάσσου - 1953














   Όταν ο Μάρτης κλαίει, αλλοίμονον εις τον κόσμον! Βροχή ραγδαία και συνεχής κατακλύζει την γην· τα σπαρτά μαστιζόμενα αδιακόπως από βροχήν δεν δύνανται ν' ανακύψουν· τα κτήματα δεν ημπορούν να καλλιεργηθούν, διότι είναι υγρά· τα πρόβατα κ' αι κατσίκαι υποφέρουν· τα κατσικάκια και τ' αρνία, εις το πρώτον στάδιον της αναπτύξεώς των ευρισκόμενα, έχουν ανάγκην ηλίου και θάλπους δια να δυναμώσουν.

   Αλλοίμονον όμως και για την γριά Γαλανή η οποία ήκουε το άσμα των χελιδόνων και έβλεπε μεν καθ' ημέραν αιθριότατον τον ουρανόν και τας ράχεις όλας και τα λιβάδια καταπράσινα και κατάσπαρτα από άνθη ποικιλόχροα, ως κεντημένη ποδιά βλαχοπούλας, πέραν δε των ορέων, ως εις τα σύνορα άλλου κόσμου κατεψυγμένου, τας χιόνας· εντούτοις δεν ελησμόνει ότι ήτο ακόμη Μάρτης.
   - Φύλα ξύλα για το Μάρτη, να μη κάψεις τα παλούκια, έλεγαν αποφθεγματικώς, καθ' όσον είναι άπιστος, όσον η θάλασσα και η γυνή· είναι πολύμορφος, ως ο Πρωτεύς. Ενώ έχει την τελειοτέραν γαλήνην εν τη φύσει, αίφνης εκτοξεύει τας τρικυμίας και τας θύελλας μεθ' όσης ευκολίας ο Ζεύς τους κεραυνούς. Εις έν λεπτόν αναστατώνει το σύμπαν· καταρρίπτει, κατακρημνίζει, παρασύρει, καταστρέφει ως τυφών κ' αίφνης γαληνεύει. Όλοι οι άνεμοι είναι εις την διάθεσίν του· υπακούουν τυφλώς εις τας προσταγάς του· είναι πειθήνιοι προ αυτού, ως προ του Αιόλου.
Μάρτης-γδάρτης
και καλός παλουκοκαύτης·
τα δαμάλια τα μαθαίνει,
τους παλιόβοϊδους τους γδέρνει.
   Κι αν τα δαμάλια δεν μπορούν να υποφέρουν την οργή του Μάρτη, πόσο μάλλον τα μικρά κατσικάκια, που ήσαν η μόνη ελπίς και περιουσία της γριάς Γαλανής. Η γριά ήτο ήσυχος, ησυχωτάτη ήδη. Ο Μάρτης επέρασε· τα κατσικάκια έπιασαν το βυζί· τι είχε πλέον να φοβηθεί;

   Αλλ' ενώ ταύτα εσκέπτετο, βλέπει έξαφνα τον ουρανόν σκεπασμένον υπό κατάμαυρον μανδύα νεφών. Αστραπή διαδέχεται την αστραπήν, βροντή την βροντήν και, πριν προφθάσει να εγερθεί της θέσεώς της, χάλαζα παχεία μετά σφοδρού ανέμου αποκρύπτουν τα πέριξ από τους οφθαλμούς της. Τρέχει η γριά με λαχτάρα να συνάξει τα κατσίκια εις το μανδρί, η χάλαζα την μαστίζει κατά πρόσωπον, ο άνεμος της εμποδίζει τας κινήσεις και τότε, πλήρης αγανακτήσεως, φωνάζει με όλη της την καρδιά·
   - Σ' την πομπή σου γερω Μάρτη· τα κατσικάκια μου τ' ανάστησα!... δε σ' έχω ανάγκη.
....
   - Σ' την πομπή μου! ακούς σ' την πομπή μου! Εμένα' ς την πομπή μου, παλιόγρια;...
   Μόνος κατάμονος  εντός του σπηλαίου ο γερώ Μάρτης, εξηκολούθει να κλαίει και να παρατηρεί μετά βαθείας θλίψεως το βαρέλι, τον μόνον αίτιον των παθημάτων του. Η περηφάνια του δεν ήτο δυνατόν να ανεχθεί τοιαύτην ύβριν και ήρχισεν αμέσως να ζητεί μέσον εκδικήσεως, καθ' όσον συνέχιζε να στέλνει την οργή του στους ανθρώπους, έως και την τελευταίαν ημέρα της βασιλείας του. Ομοίαζε με εκθρονισθείσα μεγαλειότητα, αφήσασα ανεκπληρώτους τους πόθους και τους σκοπούς της.
   Ενώ εβασάνιζε το νουν προς εξεύρεσιν καταλλήλου μέσου δια την εκδίκησίν του, εφάνη προκύπτων από μιάς του σπηλαίου σχισμής ο Φλεβάρης δειλώς. Ο Φλεβάρης ποτέ δεν θέλει να έρχεται εις διαπληκτισμούς με τους άλλους μήνας. Τούτο προέρχεται εκ του ηπίου και αγαθού χαρακτήρος του, αν και αι κακαί γλώσσαι λέγουν ότι είναι φύσει δειλός. Μ' όλα ταύτα παρασυρθείς, φαίνεται, υπό των άλλων μηνών και υπό του πάθους του εφιλοδώρησε και αυτός ολίγα γρονθοκοπήματα εις το Μάρτην. Αλλά μόλις εξήλθον του σπηλαίου οι μήνες, ήρχισαν να σκέπτωνται τα επακόλουθα της πράξεώς των εκείνης.
   - Εγώ το είπα· δεν ήτο καλό να τον βαρέσουμε, έλεγεν ο εις.
   - Εγώ δεν βάρεσα καθόλου· εδικαιολογήτο ο άλλος.
   - Ναι, εσύ έδωκες τη γροθιά που του' πρησες το μέτωπο.
   - Μη βάνεις εκείνη· κάποιος με σκούντησεν από πίσω... Εμένα ο Μάρτης είναι φίλος μου.
   Ούτε ο απόστολος Πέτρος δεν ηρνήθη τόσον εντόνως την γνωριμίαν του Ιησού, όσον οι μήνες την συμμετοχήν των εις την κατά του Μάρτη επίθεσιν! Μετ' ολίγον όλοι παρουσιάσθησαν ως παλαιοί και στενοί φίλοι του Μάρτη κ' εχθροί αλλήλων.
   - Εμένα δε μ' έμελε· καλά έκαμε και το' πιε· είπε σοβαρώς ο Φλεβάρης, κι έσπευσε πρώτος να συμφιλιωθεί με τον φοβερόν συνάδελφό του.
   - Ξέρεις, δεν έφτεγα εγώ... οι άλλοι.
   Ο Μάρτης έκαμε πως τάχα αδιαφορεί·
   - Μπα, δε βαριέσαι· περασμένα, ξεχασμένα. Εγώ, ξέρεις πως σ' αγαπώ· σαν τα μάτια μου. Και είδες ζήλια που την έχουν οι άλλοι; Όλο να μας βάνουν σε διχόνοια θέλουν.
   - Και κείνος ο Απρίλης! Αν ήταν τρόπος να φύγει από πάνω μας...
   - Α! δεν μπορεί, είπε ο γερω Μάρτης· δώδεκα κ' η βάρκα γέρνει. Ούτ' ένας λιγότερος, ούτ' ένας περισσότερος. Αλλά μπορούμε να τον κάνωμε να σκάσει. Σήμερα τελειώνει η διορία μου και αύριο έρχεται εκείνος. Να μου δανείσεις δυό ημέρες να τον δυσκολέψουμε.
   Ο Φλεβάρης αν και ευχαριστείτο γιατί ενθυμείτο εποχήν, κατά την οποίαν έπαθε ότι ο Ήφαιστος από τον Άρη, συνοφρυωμένος έκυψε την κεφαλήν. Διότι οι μήνες αγαπούν τας ημέρας των, ως ο φιλάργυρος τα χρήματά του. Έπειτα δεν είχε και πεποίθησιν, αν ο Μάρτης ήτο άξιος εμπιστοσύνης.
   - Θα τον προσβάλουμε όσο δεν του πρέπει, συνεχίζει ο Μάρτης.
   Αυτό ήθελε και ο Φλεβάρης. Να ετοιμασθεί ο Απρίλης, να στολισθεί, να πάει να λάβει την θέση του, και να εύρει άλλον! Θα επέστρεφε καταντροπιασμένος και εκείνος θα εξεδικείτο...
   - Στις δίνω· είπεν αποφασιστικώς ο Φλεβάρης.
   - Μα τις χειρότερες· με χαλάζι και βροχή.
   - Ναι· με χαλάζι και βροχή.
   Ο Μάρτης εθριάμβευσε. Είχε δύο ημερόνηκτα γεμάτα χαλάζης και βροχής, τα μόνα κατάλληλα μέσα για να εκδικηθεί την γριά Γαλανήν. Εξήλθεν πλήρης υπερηφανείας του σπηλαίου εξηκοντίζων πυκνή χάλαζα επί πόλεων και χωρίων, επί σπαρτών και δένδρων, προ πάντων όμως πυκνοτάτη, επί του λόφου και της καλύβης της γριάς Γαλανής.
   Οι οδώντες της γριάς εκρότουν εκ ψύχους. Είχε τον βόρβορον υπό τους πόδας της και την χάλαζαν άνω της κεφαλής της, ώστε εκρύβη κάτωθεν μικρού λέβητος, μέχρις ου παρέλθει η κοσμοχαλασά. Αλλ' η κοσμοχαλασά δεν παρήρχετο. Ο όμβρος εγίνετο σφοδρότερος από λεπτού εις λεπτόν. Και ούτως επέρασαν τα δύο ημερόνυκτα. Όταν δε ο Απρίλης ήλθε και αποκατέστη η γαλήνη της φύσεως, η καλύβη είχε καταπλακωθεί υπό της χαλάζης.
   Ο Μἀρτης, ειδών τετελειωμένην την εκδίκησίν του, περιχαρής και θριαμβεύων εισήλθεν εις το σπήλαιον.
   - Έλα, γέροντά μου· δος μου τις μέρες μου πίσω· είπεν ο Φλεβάρης μειδιών.
   Ούτος παρετήρησεν αυτόν με άγριον βλέμμα, προξενήσαν ρίγος εις τον πτωχόν μήνα.
   - Τι μέρες; είπεν τραχέως. Εκείνες είναι οι ημέρες της γριάς.

ΤΕΛΟΣ


«Διηγήματα», Ανδρέα Καρκαβίτσα, Εκδόσεις «Εστίας»
Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, τόμος Β΄, 1957

_Επιμέλεια  babiscook_22-3-2015 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Google+

«ΤΟΝ ΑΡΧΟΝΤΑ ΧΡΗΝΑΙ ΜΗΔΕΝ ΦΡΟΝΕΙΝ ΘΝΗΤΟΝ, ΑΛΛΑ ΠΑΝΤ' ΑΘΑΝΑΤΑ» (Ο Άρχων πρέπει τίποτε να μη σκέπτεται ως θνητός, αλλά ως αθάνατος), Βίας ὁ Πριηνεὺς 625-540 π.Χ.

X