Φιλανάγνωση

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ με ένα βιβλίο!
25-12-2016



















   O




Στην Ισλανδία τα Χριστούγεννα
κάνουν δώρα μόνο βιβλία
13-12-2016


   Oι λάτρεις του βιβλίου θα ζηλέψουν σίγουρα αυτή την υπέροχη χριστουγεννιάτικη παράδοση στην Ισλανδία, καθώς αυτή τη μέρα του χρόνου οι οικογένειες και οι φίλοι συνηθίζουν να κάνουν δώρα βιβλία ο ένας στον άλλον και να περνούν τη νύχτα με διάβασμα. Το έθιμο αυτό είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στην κουλτούρα τους, που κάθε χρόνο τέτοια εποχή, τα σπίτια πλημμυρίζουν βιβλία.
   Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ισλανδία, τα περισσότερα βιβλία πωλούνται μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου και αυτό περιγράφεται ως ραχοκοκαλιά της εκδοτικής βιομηχανίας. Μία ξεχωριστή αναφορά αξίζει να γίνει στο μικρό νησί με μόλις 329.000 κατοίκους το όποιο έχει μία ιδιαίτερη λογοτεχνική αύρα. Σύμφωνα με άρθρο του BBC, η χώρα έχεις τους περισσότερους συγγραφείς, τα περισσότερα βιβλία που έχουν εκδοθεί και περισσότερα βιβλία διαβάζονται από ότι οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Ένας στους 10 Ισλανδούς θα δημοσιεύσει κάποια στιγμή στη ζωή του ένα βιβλίο.

   Ένα ακόμα ιδιαίτερο γνώρισμα της σχέσης των ισλανδών με το βιβλίο, είναι η αξία που αποδίδεται στο χαρτί, αφού τα e – books δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλή. Ένας ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου ανέφερε ότι το βιβλίο είναι ένα τεράστιο δώρο για τη χώρα. Ο συνδυασμός των γιορτών με ένα καλό βιβλίο είναι σίγουρα μία πολύ ελκυστική πρόταση για αυτούς που το αγαπάνε πολύ.

Πηγή | Perierga.gr |



       



Προσεγγίσεις στους Προσωκρατικούς
22-9-2016

   Οι συγγραφείς του έργου, Παναγιώτης Μητροπέτρος και η σύζυγός του Δέσποινα Διαλεκτού, είναι δεινοί φιλόλογοι και απόφοιτοι της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχουν υπηρετήσει επάξια την δημόσια εκπαίδευση ως διευθυντές λυκείου και γυμνασίου, αντίστοιχα. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια αφιερώθηκαν στη συγγραφή του τρίτομου έργου Προσεγγίσεις στους Προσωκρατικούς, που είναι για αυτούς έργο ζωής. Έχουν ήδη εκδοθεί, πολυτονικώς, ο πρώτος τόμος από τις εκδόσεις Αιγηίς, 684 σελίδες και πρόσφατα ο δεύτερος. Ο τρίτος εκδίδεται προσεχώς.
   Ο Παναγιώτης Μητροπέτρος έχει κατά το παρελθόν συγγράψει με αλληλοδιάδοχες ομάδες μαθητών του, στο 1ο Λύκειο Κερατσινίου, τέσσερα μνημειώδη έργα, που εξέδωσε ο Δήμος Κερατσινίου: Προσεγγίσεις στον Πλάτωνα, Προσεγγίσεις στον Αριστοτέλη, Προσεγγίσεις στον Πλούταρχο και Προσεγγίσεις στους Μεγάλους Λογικούς Μύθους.
   Πριν συνεχίσουμε, ας δούμε πως παρουσιάζεται το έργο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:
   "Τελικά, ενώ από το παρελθόν διασώθηκαν πολλά ασήμαντα έργα, δεν διασώθηκε κανένα ολοκληρωμένο έργο κανενός Προσωκρατικού! Μόνον ελάχιστα ψήγματα των σκέψεών τους έφθασαν ως τις ημέρες μας και αυτά εμμέσως και όχι πάντοτε αυτούσια. Ειδικά για τους Μιλησίους φιλοσόφους του 6ου αιώνος δεν υπάρχει καμμία πηγή πληροφοριών εκτός των ορίων της δοξογραφικής παραδόσεως. Παρ' όλα αυτά, τα έργα τους έστω και κατακερματισμένα, είναι πολύ λιγώτερο κατακερματισμένα από εμάς τους ίδιους. Είναι σαν τους θησαυρούς, που μπορεί να τους κακομεταχειριστήκαμε και να τους παρατήσαμε, αλλά τώρα είμαστε υποχρεωμένοι να τους ανακαλύψουμε ξανά, πάση θυσία, για την δική μας πνευματική ανέλιξη.
   Ευτυχώς όμως που έχει εφαρμογή και στην περίπτωση των Προσωκρατικών το ρητό "Εξ όνυχος τον λέοντα" [Και μόνον το νύχι του εάν δης, θα καταλάβης ότι πρόκειται για λιοντάρι].
   Τα αποσπάσματά τους μοιάζουν με τριδιάστατα στερεοσκοπικά ολογράμματα, που μας επιτρέπουν να αναπαραγάγουμε με μεγάλη ακρίβεια ολόκληρη την πνευματική εικόνα του έργου τους. Οι νοητικοί κροσσοί συμβολής αυτών των ολογραμμάτων περιέχουν όλες τις πνευματικές πληροφορίες για την τιτάνια σκέψη των Προσωκρατικών".
   Ο πρώτος τόμος περιέχει εκτεταμένο, τριαντασέλιδο πρόλογο - μονογραφία του γνωστού αστροφυσικού Μάνου Δανέζη, συνοδευόμενο από δισέλιδη βιβλιογραφία που μας εισάγει με άριστο τρόπο στο έργο.
   Η εισαγωγή με τίτλο Από τον Όμηρο στους Προσωκρατικούς, καταλαμβάνει 175 σελίδες. Θα μπορούσε να σταθεί σαν αυτόνομο επιστημονικό σύγγραμμα παρέχον πλήθος πληροφοριών για την κατάσταση που υπήρχε πριν από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους.
   Στο πρώτο τόμο παρουσιάζονται οι τρεις Μιλήσιοι φιλόσοφοι: Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης. Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει τουςΠυθαγόρειους και τους Ελεάτες (Ξενοφάνης, Παρμενίδης, Ζήνων ο Ελεάτης και Μέλισσος), ενώ ο τρίτος τους Ατομικούς (Λεύκιππος και Δημόκριτος) και τουςαναξάρτητους (Ηράκλειτος, Εμπεδοκλής, Αναξαγόρας). 
   Το βιβλίο έχει δύο διακριτές ιδιότητες. Η πρώτη είναι ότι πρόκειται για ένα πλήρες επιστημονικό σύγγραμμα. Λεπτομερές, διεξοδικό, με τεκμηρίωση της κάθε πληροφορίας ή γνώμης από μια εντυπωσιακά πλούσια βιβλιογραφία και επεξηγηματικές σημειώσεις που αριθμούν τρεισήμισι χιλιάδες (τρεις τόμοι) και εμφανίζονται στο κάτω μέρους των σελίδων. Από επιστημονικής πλευράς το βιβλίο μπορεί κάλλιστα να σταθεί τουλάχιστον ισάξια δίπλα στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία με θέμα τους Προσωκρατικούς, εμπλουτίζοντάς την.
   Η δεύτερη ιδιότητα είναι ότι πρόκειται για ένα εκλαϊκευμένο σύγγραμμα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να το διαβάσει οποιοσδήποτε Έλληνας γνωρίζει ανάγνωση. Οι συγγραφείς έχουν καταφέρει να συγκεράσουν τις δύο ιδιότητες, επιστημοσύνη και εκλαΐκευση, χωρίς η μια να δρα εναντίον της άλλης.

   Διαβάζοντας το βιβλίο ένα νέος κόσμος ανοίχθηκε μπροστά μου. Οι γνώσεις μου για τους Προσωκρατικούς φιλόσοφους ήταν περιορισμένες και σκόρπιες. Τώρα που τους γνωρίζω σιγά-σιγά μένω έκπληκτος. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν συλλάβει καταπληκτικές έννοιες θέτοντας πολλές ερωτήσεις στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, τα φυσικά φαινόμενα, την ύπαρξη και την λειτουργία της γης και του κόσμου απαλλαγμένα από την διαμεσολάβηση των θεών που επιστεύετο έως τότε Έτσι έθεσαν τα θεμέλια της επιστήμης. Το ακόμη πιο καταπληκτικό είναι ότι οι περισσότερες από τις ιδέες που συνέλαβαν π.χ. το άτομο (Λεύκιππος, Δημόκριτος και αργότερα Επίκουρος), ύστερα από πολλούς αιώνες, αποδείχτηκαν αληθείς.
   Το βιβλίο, με την ευκαιρία της ανάλυσης των απόψεων των φιλοσόφων που παρουσιάζει, παρέχει ένα πλήθος εγκυκλοπαιδικής φύσεως πληροφοριών. Αρκετές από αυτές σχετίζονται με μαθηματικά, φυσική και αστρονομία. Θα σταθώ σε ένα μόνο παράδειγμα. Σχετικά με την έννοια του απείρου, το οποίον ο Αναξίμανδρος θεώρησε ως "αρχή" ετέθη ο εξής προβληματισμός. Υπάρχουν άπειρα μεγαλύτερα και μικρότερα σε πλήθος; Η προφανής απάντηση είναι όχι, όλα έχουν το ίδιο πλήθος που είναι άπειρο. Όμως, ας σκεφτούμε το εξής: όλοι οι αριθμοί είναι άπειροι. Άπειροι όμως είναι και οι ζυγοί αριθμοί. Τότε, το πρώτο άπειρο δεν πρέπει να είναι το διπλάσιο του δεύτερου;
   Κάποιες φορές η διεξοδική ανάλυση ενός ζητήματος, ειδικά όταν συνοδεύεται με μαθηματικούς τύπους, δημιουργεί δυσχέρεια στην παρακολούθηση. Τότε όμως ακολουθώ την χρυσή συμβουλή που έδινε ο του Στήβεν Χώκινγκ στους αναγνώστες των δικών του βιβλίων: αν κάπου το κείμενο είναι δυσνόητο και κολλήσεις, μη παρατήσεις το βιβλίο, απλά πήγαινε παρακάτω.

   Ο Παναγιώτης Μητροπέτρος, εκτός από την άριστη επιστημονική κατάρτιση και τη βαθιά γνώση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας έχει το πρόσθετο χάρισμα της μεγάλης ευχέρειας στην παρουσίαση θεμάτων της ειδικότητάς του ενώπιον ακροατηρίου. Για αυτό δέχεται συχνά προσκλήσεις για να μιλήσει σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, στις οποίες ανταποκρίνεται με προθυμία. Αυτή την ευχέρεια του προφορικού λόγου, συνδυασμένη με την μεταδοτικότητα που χαρακτηρίζει τον Δάσκαλο, την μεταφέρει και στον γραπτό λόγο. Έτσι το βιβλίο διαβάζεται ξεκούραστα.
   Με εμάς τους Έλληνες συμβαίνει το εξής παράδοξο. Από την μια νιώθουμε υπερήφανοι για αρχαίους προγόνους μας και τα κατορθώματά τους και από την άλλη τους...φοβόμαστε. Μας αρκεί να γνωρίζουμε ότι ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, ο μέγιστος των φιλοσόφων, είπε κάποια πράγματα πολύ σοφά, που τα θαυμάζουν όλοι οι λαοί του κόσμου και μας κάνουν να φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, αλλά μέχρις εκεί! Δεν έχουμε καμία όρεξη να προσπαθήσουμε να τα μάθουμε. Νομίζουμε ότι είναι τόσο βαθυστόχαστα και δυσνόητα, που δεν μας αφορούν.
   Μέχρις ότου έλθει κάποιος φωτισμένος δάσκαλος, όπως ο Παναγιώτης Μητροπέτρος, και μας τα παρουσιάσει εκλαϊκευμένα, για να τα καταλαβαίνει όλος ο κόσμος. Δυστυχώς, τα προηγούμενα έργα του, που αναφέρθηκαν στην αρχή του άρθρου μας, ευρίσκονται εκτός εμπορίου.
   Φυσικά, τα θέματα που ανακύπτουν από την ανάλυση του έργου των Προσωκρατικών (όσα κομμάτια τους διεσώθησαν) είναι ανεξάντλητα. Διόλου τυχαίος ο τίτλος που επέλεξαν οι συγγραφείς για το έργο τους, δεχόμενοι ότι η εργασία τους, όσο ενδελεχής κι αν είναι, δεν παύει να αποτελεί μια προσέγγιση.

Πηγή | flowmagazine.gr |


                                  


Μέχρι το 1960 τα γαλλικά λεξικά ερμήνευαν τον Έλληνα ως «απατεώνα»!
7-8-2016

   Το ξέρατε ότι αν κάποιος άνοιγε ένα γαλλικό λεξικό του 1960 ή και παλαιότερο και αναζητούσε την ερμηνεία της λέξης Έλληνας αυτό που θα έβρισκε σαν εξήγηση θα ήταν απατεώνας, λωποδύτης και παλιάνθρωπος; Κι όμως είναι αλήθεια.


   Πριν από 44 ολόκληρα και συγκεκριμένα στις 4 Αυγούστου του 1960 και έπειτα από παρέμβαση της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι, απαλείφθηκαν από γνωστό γαλλικό λεξικό οι ερμηνείες του λήμματος grec (Έλληνας) ως απατεώνας, λωποδύτης, παλιάνθρωπος.
   Συγκεκριμένα το διάσημο και έγκριτο γαλλικό λεξικό Larousse Dictionnaire στις σελίδες του φιλοξενούσε τη λέξη Grec και η ερμηνεία που έδινε δεν ήταν Έλληνας αλλά απατεώνας, λωποδύτης και παλιάνθρωπος. Αν πέσει στα χέρια σας κανένα κάπως παλιό (προπολεμικό) αγγλικό ή γαλλικό λεξικό, και αναζητήσετε το λήμμα Greek ή grec (Έλληνας) θα δείτε, μετά τις κυριολεκτικές σημασίες, την όχι και τόσο κολακευτική σημασία «χαρτοκλέφτης, απατεώνας».
   Λέγεται ότι μια επιτροπή Ελλήνων λογίων διαμαρτυρήθηκε στους υπεύθυνους των μεγάλων λεξικών, του Λιτρέ και του Λαρούς και του Ρομπέρ, κι έτσι η προσβλητική σημασία απαλείφθηκε από τα λεξικά. Σε μιαν άλλη, μάλλον αναξιόπιστη πηγή ακούγεται ότι έγινε και επίσημο διπλωματικό διάβημα προς τη Γαλλική Ακαδημία (αυτά την εποχή που η γαλλική γλώσσα κυριαρχούσε, δηλαδή προπολεμικά).
   Έλληνας λοιπόν σήμαινε: Πονηρός, πανούργος, κατεργάρης· απατεώνας, ιδίως χαρτοκλέφτης. Πότε υπήρχε η σημασία αυτή; Στα Γαλλικά, καταγράφεται πρώτη φορά το 1721, αλλά βρίσκει τη μεγάλη της χρήση από το 1750 και σε όλο τον 19ο αιώνα. Στον εικοστό αιώνα φαίνεται να ατονεί, και μεταπολεμικά μπορούμε πια να πούμε ότι έχει σχεδόν πάψει να χρησιμοποιείται. Παρόμοια πορεία έχουμε και στα Aγγλικά.
   Η αναφορά στους Greek = χαρτοκλέφτες δεν έχει βέβαια σχέση με τους Έλληνες της εποχής, αν και σε αρκετές περιπτώσεις γίνεται μια φευγαλέα σύγκριση με τους αρχαίους Έλληνες. Σε αυτά τα έργα, με τον όρο Modern Greeks δεν εννοούνται οι σύγχρονοι Έλληνες αλλά οι χαρτοπαίκτες της εποχής. Για παράδειγμα, στο The pursuits of fashion (1810) ο Edward Goulburn αναφέρει ότι οι όροι gamblers και Greeks είναι συνώνυμοι αλλά ο Greek είναι ο πιο αξιοσέβαστος χαρτοπαίκτης.
   Η σημασία υπάρχει επίσης και στα λεξικά της αργκό/σλαγκ αλλά και το νεότερο λεξικό της αργκό των εκδ. Λαρούς. Συγκεκριμένα, στην έκδοση του 1990, η πρώτη σημασία του λήμματος grec είναι Tricheur habile (επιδέξιος χαρτοκλέφτης) και μας δίνει την πληροφορία ότι «όταν ο Έλληνας δρα σε καφενείο ή σε φιλική συγκέντρωση.

Πηγή | protothema.gr |






«Ποσειδωνιάται» του Μ. Γ. Μερακλή
26-5-2016                         |Επίκαιρα Ψήγματα |



   Ακούγοντας σχεδόν καθημερινά από δημοσιογράφους και των πρώτων σε τηλεθέαση καναλιών να ακρωτηριάζουν την τρίτη κλίση (η «περηφανή νίκη», τον «Διευθύνων σύμβουλο») ή να γελοιοποιούν τη συλλαβική αύξηση των ρημάτων («περισυνελέγονται» οι νεκροί) σκέπτομαι το καβαφικό ποίημα «Ποσειδωνιάται». Είσαν κάτοικοι της Ποσειδωνίας, ελληνικής αποικίας της Κάτω Ιταλίας, που ιδρύθηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Αρχαία μνημεία (ναός του Ποσειδώνος) διασώζονται ως σήμερα. Έγινε ρωμαϊκή αποικία τον 3ο αιώνα. Την πόλη είχαν ιδρύσει κάτοικοι από άλλην ελληνική αποικία της Κάτω Ιταλίας, τη Σύβαρι (ιδρυμένη αυτή στο τέλος του 8ου αιώνα), που είχε φτάσει σε μεγάλη οικονομική ακμή, η οποία έσπρωξε τους Συβαρίτες σε μιαν αχαλίνωτη στις υλικές απολαύσεις ζωή. Έτσι πλάστηκε η λέξη «συβαριτισμός» που σημαίνει μια τρυφηλή και ακόλαστη ζωή!
   Σε προηγούμενο σημείωμά μου είχα πει ότι συχνά η ίδια η πραγματικότητα είναι έτοιμη να δοθεί ή να παραδοθεί στην ποίηση, χωρίς να είναι απαραίτητη η επέμβαση του ποιητή, εκτός από κάποιες προσθαφαιρέσεις που ενδέχεται να κάνει. Αυτό το είχε καλά εννοήσει ο Καβάφης. Ένα εύγλωττο παράδειγμα δίνει ο ίδιος με το πιο πάνω ποίημα, πάνω από το οποίο παρέθετε ένα εκτενές χωρίο από τον Αθήναιο, αμετάφραστο, όπως συνήθως έκανε. Το μεταφέρω στη σημερινή γλώσσα μας: «Οι Ποδειδωνιάτες, στον τυρηννικό κόλπο, είσαν εξ αρχής Έλληνες, εκβαρβαρώθηκαν κι έγιναν Τυρηνοί ή Ρωμαίοι· μετέβαλαν τη γλώσσα τους και τις πιο πολλές από τις συνήθειές τους. Και κρατούν μία μόνο από τις γιορτές των Ελλήνων τώρα, στην οποία συγκεντρώνονται φέρνοντας στη μνήμη τους τα αρχαία ονόματα και έθιμα και κλαίγοντας γοερά, κι ύστερα απέρχονται με τα δάκρυα στα μάτια».

" η ίδια η πραγματικότητα είναι έτοιμη να δοθεί ή να παραδοθεί στην ποίηση, χωρίς να είναι απαραίτητη η επέμβαση του ποιητή, εκτός από κάποιες προσθαφαιρέσεις που ενδέχεται να κάνει. Αυτό το είχε καλά εννοήσει ο Καβάφης. "

Ο Καβάφης, θα λέγαμε, μεταφράζει ελεύθερα το χωρίο του Αθήναιου:

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
είταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κι είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί είσαν Έλληνες –
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι –ω συμφορά!– απ’ τον Ελληνισμό!

Κ. Π. Καβάφης
   Ο Καβάφης εξακολουθεί να κρατά μιαν από τις κορυφαίες θέσεις στη νεότερη ελληνική ποίηση (για ορισμένους μάλιστα την πρώτη). Σ’ άλλους αρέσουν τα ερωτικά ποιήματά του, σ’ άλλους τα πολιτικά, όπως τα λέω διαστέλλοντας την έννοια του πολιτικού γεγονότος, σ’ άλλους τα βιωματικά-προσωπικά και σ’ άλλους τα εμπνευσμένα απ’ τις γραπτές πηγές, σ’ άλλους η ιδιάζουσα γλώσσα του που αμφισβήτησε την ακραία, αφύσικη εμμονή του διχασμού σε “καθαρή” δημοτική και ψυχρή, “νεκρή” (Σεφέρης) καθαρεύουσα, σε ψυχαριστές και μυστριωτικούς. Ίσως και σ’ άλλους άλλα.

   Αλλά σκέπτομαι ότι, στο ερώτημα ποιο ποίημα ενός ποιητή είναι το καλύτερο από τα άλλα, παίζει ρόλο, εκτός βέβαια από το δικαίωμα της υποκειμενικής-προσωπικής κρίσης (η ποίηση είναι ίσως η πιο αυθεντική έκφραση της ελευθερίας) και κάτι άλλο, έξω από τον υποκειμενισμό μας: ο καιρός. Υπάρχει «καιρός του κλαύσαι και καιρός του γελάσαι... καιρός του φιλήσαι και καιρός του μισήσαι... (Εκκλησιαστής, 4.8.). Είναι λοιπόν τώρα ο καιρός που μας χτυπάνε αδυσώπητες κρίσεις. Όλο τον κόσμο κι εμάς. Μια από τις πιο μεγάλες σε εμάς (κι ας μη το βλέπουν πολλοί) είναι πως βγαίνουμε έξω από τον Ελληνισμό. Αυτό τον καιρό λοιπόν με συγκινούν περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα καβαφικά ποιήματα οι «Ποσειδωνιάται».
   Και μια παρατήρηση σχετικά με τους νεότερους ποιητές μας. Ασφαλώς ο καλός ποιητής γεννάται. Αλλά συγχρόνως και γίνεται. Σιγά σιγά. Καθώς οι περισσότεροι από αυτούς είναι θαυμαστές του Καβάφη, ας μιμηθούν το παράδειγμά του: αγαπούσε και διάβαζε με ηδονή τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, μάλιστα με προέκταση έως τους βυζαντινούς αιώνες. Χωρίς αυτούς δεν θα είταν τόσο μεγάλος.


| diastixo.gr |








Στα Στέκια του Βιβλίου
|Ιστορίες αγοραίου πολιτισμού |
6-6-2015

   Παλαιοβιβλιοπωλείον σημαίνει χώρον μικρόν ή απέραντον, εν τω οποίω συνωστίζονται πλήθος από ράφια κεχωρισμένα οριζοντίως και καθέτως κατ' αναβαθμούς ποικίλους, γέμοντα υπό των πλέον ετεροκλήτων τίτλων παντός εντύπου είδους, ουδέποτε δε εξαρκούντων εις τας απαιτήσεις των αδηφάγων βιβλιοφίλων. Ο κατακλυσμός του χώρου, συχνάκις εκτεινόμενος επί υπογείων και υπεργείων διαμερισμάτων, συγκεντρώνει τας βίβλους ως «ζώα μικρά μετά μεγάλων» δια να ενθυμηθώμεν την γραφικήν ρήσιν του προφητάνακτος Δαυίδ, εις άφωνον συναγερμόν.
  Σε αυτούς τους τόπους περιόδευσαν οι «Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού» του Νίκου Τριανταφυλλίδη, γνωρίζοντάς μας κάποια από τα στέκια του βιβλίου και ειδικότερα, του «εκτός κυκλοφορίας»...






Συνέντευξη για την έκδοση του νέου βιβλίου του Σαράντου Καργάκου
11-12-2014

   Μια στάση ζωής που σε κάνει να λες "Παρών". Το νέο αυτό βιβλίο του Σαράντου Καργάκου "δεν είναι σύγγραμμα παιδαγωγικό, ούτε ηθικολογικό. Είναι μια πνευματική γύρις. Όχι γλυκειά. Η γεύση είναι πικρή, όπως η αλήθεια. Αλλά χωρίς αλήθειες οι νέοι θα κτίσουν μια ψεύτικη ζωή, σαν αυτή πού τους προσέφερε η παλαιότερη γενιά με τις πνευματικές παλινωδίες της, την πλουτομανία της, τον αμοραλισμό της και την κατεδάφιση όλων των αξιών που αποτελούσαν το πρόπλασμα για τη δημιουργία αξιών".

Με την ευκαιρία της έκδοσης του νέου του βιβλίου ο Σ. Καργάκος παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη στον κ. Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη του ηλεκτρονικού περιοδικού για το Βιβλίο και τον Πολιτισμό diastixo.gr.

   Οι γενιές του 1960 και 1970 έμαθαν να γράφουν από τα βιβλία εκθέσεων του Σαράντου Καργάκου. Ο εκλεκτός συγγραφέας συνέχισε την πορεία του γράφοντας και ιστορικά βιβλία, ενώ το τελευταίο του πόνημα απευθύνεται στους νέους. Η συζήτηση με τον δάσκαλο και συγγραφέα Σαράντο Καργάκο είναι ευχαρίστηση, διότι πάντοτε κάτι διαφορετικό έχει να πει σ' εμάς τους νεότερους:

   Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το βιβλίο Μια στάση ζωής που σε κάνει να λες «παρών»Δεν ήταν μία, ήταν πολλές αφορμές. Όταν ταξιδεύεις με τον «ηλεκτρικό», εισπράττεις «βελονιές» στην ψυχή απ' όσα ακούς και όσα βλέπεις μέσα και έξω από το βαγόνι. 
   Ο τίτλος σας είναι συμβολικός ή όχι; Ο τίτλος λειτουργεί κατά κυριολεξία. Ποτέ την κακοκαιρία (όχι με την κλιματολογική έννοια) δεν τη φέρνουν οι λίγοι κακοί άνθρωποι με την κακία τους. Τη φέρνουν οι πολλοί, και κατά πλειονοψηφία αγαθοί, με την αδιαφορία τους. Το «κάτσε στα αυγά σου» έφερε στον τόπο μας πολλές συμφορές. Και τα αυγά, βγήκαν κι αυτά... κλούβια! Δεν έδωσαν πουλιά... 
   Αλήθεια, τι σας έκανε να γράψετε ένα βιβλίο που ν' απευθύνεται στους νέους; Το ότι επί μια ζωή υπήρξα δάσκαλος. Και δάσκαλος θα πει να υψώνεις των παιδιών την ψυχή. Δεν ήθελα ποτέ παιδιά φρόνιμα. «Ήθελα –και θέλω– παιδιά με γενναίο φρόνημα». Αν κάποιος μαθητής μου έκανε αταξία και έλεγε «παρών», τον επαινούσα, αλλά πάντα τον τιμωρούσα. Διότι υπεύθυνος πολίτης γίνεται αυτός που δέχεται για το σφάλμα του την τιμωρία. Η υπεκφυγή είναι η καλύτερη τροφή της δειλίας. Το «όχι εγώ...» είναι το χειρότερο θανατικό για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
   Το να γεννηθείς Έλληνας δεν είναι προνόμιο, γράφετε, αλλά ευθύνη. Θεωρείτε ότι το γνωρίζουν αυτό οι νέοι μας; Όχι, τουλάχιστον στον βαθμό που πρέπει. Τα παιδιά είναι θύματα μιας κακής αγωγής. Πρώτον, από το σπίτι που δεν εμπεδώνει την έννοια του καθήκοντος. Δεύτερον, από το σχολείο που ασκεί το παιδί στα δικαιώματα και όχι στις υποχρεώσεις. Που δεν του διδάσκει «Ιθάκες τι σημαίνουν». Εν προκειμένω, Ιθάκη είναι η Ελλάδα. Τρίτον, τα «μίντια» που για την Ελλάδα προσφέρουν εικόνα παραλυσίας. Τέταρτον, ο κομματισμός. Το κόμμα πάνω από την Ελλάδα. Αλλά –το ξαναλέω– τα κόμματα πρέπει να είναι για την Ελλάδα και όχι η Ελλάς για τα κόμματα. Αν διαλυθεί η Ελλάς, πού θα υπάρξουν τα κόμματα; «Αναιρουμένου του όλου ουκ έσται πόδες ουδέ χείρες» έλεγε ο Αριστοτέλης. Προσθέτω και την ξενολατρία. Θυμάστε που προ ετών κόμπαζαν πολλοί: «Τώρα γίναμε Ευρωπαίοι»! Το Έλληνας τους βρομούσε. Γι' αυτό προκόψαμε...
   Κλείνοντας την πρώτη επιστολή, αναφέρετε ότι θα θέλατε να ευχαριστήσετε όσους σας έβλαψαν ή προσπάθησαν να σας βλάψουν. Υπάρχουν σήμερα και άλλοι μεγαλόψυχοι όπως εσείς; Ασφαλώς υπάρχουν πάρα πολλοί. Αλλά στη δική μου περίπτωση δεν είναι ακριβώς μεγαλοψυχία. Είναι μια ιδιότυπη μανιάτικη εκδίκηση. Αντί να απαντήσω, κάνοντας εις βάθος τους κάτι κακό, που θα κατέβαζε κι εμένα, προσπαθούσα να γίνω ακόμη πιο καλός. Έτσι, το δηλητήριο που έχυναν για μένα, το ρούφαγαν αυτοί. Και κάποιοι το ρουφάνε. Τους λυπάμαι...
   Σωστά τονίζετε ότι όταν μισείς, ποτέ δεν μπορείς να χορτάσεις και να ευτυχήσεις. Θυμήθηκα όμως και το γνωμικό που λέει: Κάλλιο να σε μισούν παρά να σε ζηλεύουν. Ποιο από τα δυο να κρατήσουμε; Και τα δυο. Κι ακόμη ένα τρίτο: «Το πιο μαλακό μαξιλάρι για να κοιμηθείς είναι μια καθαρή συνείδηση».
   Το κλάμα καμιά φορά είναι πιο λυτρωτικό από το τραγούδι. Είναι αλήθεια ότι τα μοιρολόγια της Μάνης και της Ηπείρου μας κράτησαν όρθιους σε δύσκολους καιρούς; Το «κλάμα», όπως λέμε το μοιρολόι στη Μάνη, ήταν πνευματική τροφή. Ήταν ντροπή να φύγει κάποιος άκλαυτος. Ακόμη και οι άντρες μοιρολογούσαν. Οι καλύτεροι στίχοι που έχω γράψει είναι στον τύπο του μοιρολογιού. Αφότου πάψαμε να κλαίμε τους νεκρούς, κλαίμε για τους ζωντανούς. Ζούμε τη νέκρα της Ελλάδος. Πρέπει να κλάψουμε, για να υψωθούμε. Τα δάκρυα είναι το καλύτερο απορρυπαντικό. Όσο για τα μοιρολόγια της Ηπείρου, ιδίως τα πολυφωνικά, τα θεωρώ ως την πεμπτουσία της παγκόσμιας μουσικής δημιουργίας.
   Συμφωνείτε με αυτό που λεει ο λαός ότι πρέπει να κλάψουμε, για να γελάσουμε; Απολύτως. Σήμερα δεν γελάμε. Χάσκουμε. Πρέπει να κλάψουμε για όσα κακά πράξαμε, για να μπορέσουμε να ξαναφέρουμε το γνήσιο γέλιο στη ζωή μας. Όχι το γέλιο της σαχλαμάρας.
   Οι νέοι μεταναστεύουν επειδή δεν βρίσκουνε δουλειά στην πατρίδα. Πώς λοιπόν ο νέος θα γυρίσει πάλι στο μέλλον, στην Ιθάκη, αν η πατρίδα δεν του δώσει μια ακόμη ευκαιρία; Δεν δίνει η πατρίδα στους νέους την ευκαιρία. Οι νέοι με τη δική τους δημιουργία είναι αυτοί που προσφέρουν στην πατρίδα ευκαιρίες. Η φυγή μπορεί να είναι, όχι πάντα, μια ατομική λύση. Συνήθως, όμως, είναι πλήγμα. Και πλήγμα για την Ελλάδα.
   Προτείνετε στους νέους να διαβάζουν. Τους αφήσαμε ελεύθερο χρόνο για να διαβάσουν; Πολύ περισσότερο χρόνο από αυτόν που είχαμε εμείς, τα παιδιά της Κατοχής. Που πηγαίναμε σχολείο και συνάμα στη δουλειά. Χωρίς να μας λείπει το παιχνίδι. Ο ελεύθερος χρόνος των νέων καταναλώνεται στα καφενεία (ελληνιστί καφετέριες), στην τηλεόραση και στα ηλεκτρονικά. Εσχάτως βλέπω μια παρήγορη στροφή.
   Όπου υπάρχει ένας κηπάκος, είναι φτιαγμένος από κάποιον φιλότιμο δάσκαλο. Φτάνει όμως το φιλότιμο για να αλλάξει αυτός ο κόσμος; Αρκεί. Κι έχω παραδείγματα πολλά. Αλλά ο καλύτερος κήπος είναι η παιδική ψυχή. Αρκεί να φυτέψουμε εκεί λουλούδια. Όχι αγκάθια.
   Έχετε διδάξει χρόνια σε παιδιά. Τα παιδιά είναι περισσότερες ώρες στο φροντιστήριο παρά στο σπίτι τους. Δεν θα αλλάξει αυτό το ψυχοφθόρο σύστημα των Πανελληνίων; Οι εξετάσεις σε κάθε βαθμίδα της παιδείας είναι αναγκαίες. Είναι άθληση βίου. Αυτό που θέλω είναι τούτο: οι εξετάσεις να γίνονται κατά σχολή και με ευθύνη της σχολής και επί ύλης που θα ορίζει κάθε σχολή. Έτσι, το Λύκειο θα απολυτρωθεί και το φροντιστήριο (η μόνη σωστή οργανωμένη εκπαίδευση) θα περιοριστεί.
   Πετυχημένος δάσκαλος, κατά τον παιδαγωγό Πεσταλότσι, είναι αυτός που οι μαθητές του θα τον ξεπεράσουν. Εσάς ποια είναι η γνώμη σας; Με βρίσκεις απολύτως σύμφωνο. Δεν καμαρώνω για τον εαυτό μου, αλλά για τους σπουδαίους μαθητές μου, που υπήρξαν συνάμα και οι καλύτεροι δάσκαλοί μου.
   Ποια συμβουλή σάς έδωσαν οι γονείς σας και εξακολουθείτε να την τηρείτε; Μη ζητάς από κανέναν κάτι που μπορείς να κάνεις ο ίδιος. Και κυρίως: μη ζητάς από το κράτος• ζήτα από τον εαυτό σου. Αυτός θα σου δώσει περισσότερα. Αυτό ήταν και είναι αρχή ζωής


                            


Ο Θέμος Ποταμιάνος και το ενάλιο βασίλειο
9-10-2014

   Η γοητεία που ασκούν πολλά χρόνια τώρα τα θαλασσινά ανθολογήματα του Θέμου Ποταμιάνου είναι δίχως άλλο εντυπωσιακή. Λίγοι συγγραφείς γνωρίζουν καταλεπτώς όλα τα κατατόπια του θέματος που καταπιάνονται. Σαν ένας από τους εκλεκτούς αυτούς ο Θέμος Ποταμιάνος, μοιάζει με δύτη που μόλις τον τράβηξαν απ' τον βυθό και του ξεβίδωσαν την βαρειά περικεφαλαία του σκαφάνδρου και ιστορεί με απλά λόγια και κέφι την φαντασμαγορία των βυθών, έχοντας για δόλωμα το εύθυμο ύφος του, απ' το οποίο πιάνεται ο ίδιος ο αναγνώστης και δεν ξαγκιστρώνεται εύκολα...
   Χονδρικώς λοιπόν ο βυθός μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις κατηγορίες. Πέτρα, άμμος, λάσπη. Ο καλύτερος βυθός για τους ψαράδες υπάγεται στην πρώτη κατηγορία. Ο ψαράς θέλει να βλέπει πέτρα, γιατί, όπου υπάρχει πέτρα, υπάρχει γονιμότης και ζωή, ευφορία και πλούτος. Χορτάρι και ψάρι. Αντίθετα με τη στεριά που οι πέτρες είναι ανεπιθύμητες, στο βυθό, ζωή υπάρχει μόνον πέριξ της πέτρας, είτε βαθειά, είτε ρηχά. Πέτρα να' ναι κι ότι να' ναι! Όποιο ψάρι περάσει από τις πέτρες, θεωρεί υποχρέωσή του να σταθεί, όπως στεκόμαστε εμείς στην αγορά. Δεν φεύγει, αν δεν ψωνίσει. Πάντοτε κάτι θα βρει. Στο βυθό λοιπόν τα κατσάβραχα έχουν μεγάλη αξία. Κι όταν λέμε κατσάβραχα, εννοούμε τις πέτρες του γιαλού και τις ξέρες, ψηλώματα του βυθού κατάγιαλα ή ανοιχτά.

  Σε αυτά τα κατσάβραχα του Φαλήρου, κι όχι μόνον, κατεβαίνουν οι "Κυριακάτικοι" όπως βαφτίστηκαν από τους Φαληριώτες, οι ψαράδες της Αθήνας που κάνουν κάθε Κυριακή πρωί την εμφάνισή τους στο παραθαλάσσιο από την "Σούδα" ως τις Τζιτζιφιές κι από τις Τζιτζιφιές ως το "Έντεν", λες και πάνε στη λειτουργία. Με τον όρθρο είναι κάτου. Η ημέρα αυτή πουνε για τον άλλο κόσμο ημέρα αναπαύσεως και προσευχής, είναι γι' αυτούς ημέρα κινητοποιήσεως, εκστρατείας, κόπου και μόχθου και θαλασσοδαρμού. Έτσι απαιτεί το δόγμα τους. Είναι όλοι πρωινοί και κατεβαίνουν με το ίδιο τραίνο. Γλέντι! Μόλις ο πρώτος πρωινός συρμός του Ηλεκτρικού φτάσει στο Φάληρο, ένα ασύντακτο στίφος ξεμπουκάρει από το σταθμό και τραβάει για το γιαλό. Προχωρούν όλοι βιαστικοί, γιατί πρέπει να προφτάσουν τα δολώματα πριν πουληθούνε.  Πάνε να τρυγήσουν τη θάλασσα! Πάνε ν' αφανίσουν το γένος των ψαριών!
   Κλάφτε, τσιπούρες· κλάφτε, λιθρίνια· ντυθείτε στα μαύρα, χάνοι, πέρκες, γωβιοί! Αφού περάσουν όλη την ημέρα στη θάλασσα, μαλώσουν δυό-τρεις φορές για την εκλογή του τόπου και για την τακτική της μάχης, θα φάνε φαγητό... εκστρατείας, θα σαραβαλιαστούν και το δειλινό θα γυρίσουν με καμιά δεκαριά περκόχανα, με πέντε γύλους, με δυο λιθρινάκια τόσα δα. Κι άλλοι εντελώς "αναίμακτοι", δε ματώνουν χείλι τσιπούρας. Γιατί οι τσιπούρες πιάνονται δύσκολα και είναι σπανιώτερες. Κι έπειτα μπορεί και... στη στεριά να γίνει το θαύμα. Παρουσιάζονται κι εκεί καμία φορά ολόφρεσκες τσιπούρες, που τις πιάνει κανείς σίγουρα όταν βάλει για δόλωμα μερικά δεκαχίλιαρα. Θριαμβευτής θ' ανέβει κατόπιν ο Κυριακάτικος στην Αθήνα. Ποιός θα μάθει ποτέ ότι η οκαδιάρικη αυτή τσιπούρα δεν πιάστηκε με καραβίδα αλλά με... μπαγιόκο; Μάρτυρες δεν υπάρχουν, και οι τσιπούρες είναι άφωνες...
   Αλλά ας αφήσουμε τους πίνακες επιφανείας για να ρίξουμε μια ματιά σε μερικά από τα ψάρια που απαντούμε συχνότερα στις θάλασσες και στις συνήθειές τους:

 Η Καλογρίτσα (καλόγρια ή παπαδιά)
  Το ύφος της το ταπεινό και το χρώμα της το καστανόμαυρο, χρώμα παλιού ξεθωριασμένου ράσου, συμφωνούν τόσο με το όνομά της. Την κάνουν να φαίνεται σαν μια μικρή, δειλή καλογρηούλα, μέσα στην ήρεμη αυλή γυναικείου μοναστηριού. Ο βίος της όμως κάθε άλλο είναι παρά μοναχικός. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Νομαδικός και κοινωνικότατος, αρκετά τσιγγάνικος και πολυθόρυβος. Εμφανίζεται πάντοτε κατά μπουλούκια πειναλέα και ασύντακτα που θυμίζουν περιπλανωμένους θιάσους. Χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς να την περιμένει κανείς και ενώ ακριβώς απεύχεται την επίσκεψή της, αριβάρει με όλο της το θίασο, εγκαθίσταται εις το κεντρικότερο σημείο και αρχίζει αιφνιδιαστικώς τις παραστάσεις της. Το έργο της συνεχίζεται μέχρις εξαντλήσεως των εισιτηρίων, μέχρι πλήρους εξασφαλίσεως των εισπράξεων, δηλαδή μέχρις αποδεκατισμού των δολωμάτων...

Σπάρος είναι μέγας καμποτίνος, μέγας απατεών. Καθώς βγαίνει για να τσιμπήσει το δόλωμα, πέρνει ύφος τσιπούρας για να μη πω συναγρίδας σωστής. Προχωρεί μεγαλοπρεπώς, άλλοτε αργά, ως πλουτοκράτης, άλλοτε ορμητικά ως παλικαράς, πάντοτε ποζάτος και εντυπωσιακός. Αυτός είναι ο σπάρος, ένας μεγαλομανής ρεκλαμαδόρος που δεν έχει ταίρι. Μιμείται την τσιπούρα όπως μιμούνται οι πλύστρες τις μεγάλες κυρίες. Είναι έτοιμος να σας βεβαιώσει ότι το βράδυ περνάει μ' ένα τσάι ελαφρό. Κι όμως είναι τέλειος χωριάτης ως το κόκκαλο, φαταούλας και σουρουκλεμές. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο που ορμά στο δόλωμα. Νομίζεις πως βλέπεις τον Γιάννη Αγιάννη την ώρα που έκλεβε το ψωμί από το φούρνο!

Η Πέρκα
   Εξαδέλφη του Χάνου μα από κλάδο ευγενέστερο. Φιλάρεσκη, τσαχπίνα, ναζιάρα, πλάσμα θηλυκώτατον. Έχει φινέτσα ξεχωριστή και κάτι τι το "προσωπικό". Προ παντός έχει συνείδηση. Παρατηρείστε την πως εξέρχεται από τα φύκια και πως προχωρεί προς τα... κοσμικά κέντρα ή προς τα... εμπορικά. Έξοδος είναι αυτή ή κοσμική εμφάνισις; Τι πόζα, τι αλαζονεία, τι κοκεταρία, πόσος σνομπισμός! Αμ εκείνα τα βλέμματα; Κοιτάζει δεξιά και βλέπει τι γίνεται αριστερά! Η μάλλον βλέπει παντού χωρίς να κοιτά υπευθύνως ουδαμού! Εάν δε εφορμώντας κατά του δολώματος, τύχει να περνά άλλη πέρκα, δεν είναι παράδοξο να αφήσει το δόλωμα και να αρχίσει μαζί της τα παιχνίδια και το κυνηγητό. Ψοφάει για παιχνίδια ως γνήσιο θηλυκό.

Ο Τσίρος
   Ο τσίρος είναι μέγας αγύρτης. Έχει την ικανότητα να αυξομειώνει το πάχος του αναλόγως της ζητήσεως και να εξαπατά συγχρόνως τον κοσμάκη με το διπλούν και εναλασσόμενον, ως επώνυμον λωποδύτου, όνομά του. Τοιουτοτρόπως, παρουσιαζόμενος με δύο ονόματα ως κοινός απατεών, κατορθώνει να ξοδεύεται δύο φορές, πωλούμενος και ως τσίρος και ως σκουμπρί αναλόγως της εποχής και της περίστασης. Θαυμάστε τον όμως προηγουμένως μέσα στη θάλασσα όπου πλέει κατά λεγεώνας πυκνάς και εκτελεί κατά το έαρ μακρά ταξίδια αναψυχής, επισκεπτόμενος όλα τα γεωγραφικά πλάτη ως διακεκριμένος θαλασσοπόρος. Διαρκούντος του εαρινού ταξιδίου αναζωογονείται και παχύνεται ως χοίρος, μαζί δε με το πάχος αποκτά και το νέο του όνομα. Λέγεται πλέον σκουμπρί. Υπό την μορφή αυτή συλλαμβάνεται και τίθεται εις βαρέλιον με ικανόν άλας. Εάν όμως αποφύγει την σύλληψη συνεχίζει τον πλου και αποβάλλοντας συν τω χρόνω το πάχος του, επανέρχεται στην κατάσταση του τσίρου εναρμονιζόμενος με το γενικόν πνεύμα της οικονομίας και της περισυλλογής. Και ήδη βρίσκει ευκαιρία για να παρουσιασθεί υπό νέο στυλ στην αγορά και να κερδοσκοπήσει. Είναι από τα λίγα ψάρια που έχουν και διατηρούν "σιλουέτα" και ασφαλώς είναι να το ζηλεύουν πολλές φιλάρεσκες κυρίες που δεν θα αποκτήσουν αυτό το πράγμα ποτέ...

 Αυτή λοιπόν ήταν μια μικρή δειγματοληψία από το θαλασσινό έργο του κ. Θέμου Ποταμιάνου, για τον οποίο ο δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Ψαθάς, μετά την πρωτόγνωρη εκδοτική επιτυχία του "Εδώ βυθός" το 1950, αναγνωρίζει ότι «ανήκει σε μια κατηγορία χιουμοριστών που, στην Ελλάδα τουλάχιστον μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού»Ενώ ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς βλέπει στο έργο του, «πίνακες επιφανείας που θυμίζουν τις καλύτερες ακουαρέλες του Κερκυραίου Γυαλινά. Όσο για τις μονογραφίες των ψαριών της ελληνικής θάλασσας είναι απολαυστικές και αποτελούν όλες σελίδες άξιες μιας θαλασσινής ανθολογίας».
   Αξίζει να αναφέρουμε εν συντομία ότι ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Ανωμεριά Διβαράτων της Κεφαλλονιάς το 1895. Σπούδασε στη Σχολή Δοκίμων και υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό ως οικονομικός αξιωματικός. Μετά την αποστρατεία του το 1935 με το βαθμό του Αντιπλοιάρχου αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή.
   Συνέγραψε διηγήματα εμπνευσμένα από τη θάλασσα και τους κατοίκους της, σατυρικά σκιαγραφήματα και θεατρικά έργα που ανέβηκαν με επιτυχία στις θεατρικές σκηνές, ενώ παράλληλα τιμήθηκε με έπαινο του διεθνούς βραβείου Andersen. Έλαβε το εκδοτικό βάπτισμα του πυρός στα 1923 με το δράμα "Ο καλλιτέχνης της ζωής", έχοντας έκτοτε στο πλευρό του πιστούς αναγνώστες. Εκτός του χώρου του βιβλίου, ο συγγραφέας σημειώνει ασταμάτητα την παρουσία του, είτε στο ραδιόφωνο, είτε στις στήλες του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου της εποχής, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Ρεάλης». Τα βιβλία του σημειώνουν ακόμη και σήμερα πολλές επανεκδόσεις, μέσω της «Σειράς εκλεκτών έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας» της Εστίας, που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Σαραντόπουλος, και η οποία κοσμεί σχεδόν όλες τις βιβλιοθήκες των ελληνικών εμπορικών πλοίων με παλαιότερη απόφαση του ΥΕΝ, ενώ οι παλαιοί φιλόκαλοι τόμοι μοναδικής ως επί το πλείστον εκδοτικής επιμέλειας, είναι πλέον δυσεύρετοι και πανάκριβοι. Ο Θέμος Ποταμιάνος, που έφερνε στην επιφάνεια τα μυστικά της ενάλιας ζωής για μια ολόκληρη πεντηκονταετία, έφυγε απ' τη ζωή το 1973 στην Αθήνα. Η ιδιαίτερη πατρίδα του στην οποία ετάφη, τον τίμησε στις 10-4-2010 δίνοντας το όνομά του στο ομώνυμο πλέον Πολυκέντρο Πυλάρου Διβαράτων "Θέμος Ποταμιάνος".

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν:
Σιλουέτες των βυθών, Α΄ έκδοση, 1932, Ιδιωτική
Εδώ βυθός, Α΄ έκδοση, 1950, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία Α.Ε.
Εδώ βυθός, Γ΄ έκδοση, 1954, Οίκος Μιχαήλ Σαλίβερου Α.Ε. 
Ψαρέματα και Ψάρια, Α΄ έκδοση, 1954, Οίκος Μιχαήλ Σαλίβερου Α.Ε. 
Γιαλό-γιαλό, Α΄ έκδοση, 1959, Εστία
Ματιές στη θάλασσα, χ.χ. Εστία
- Η φωτογραφία του συγγραφέα που δημοσιεύεται ανωτέρω, βλέπει για πρώτη φορά το φως της διαδικτυακής δημοσιότητας και προέρχεται από επίκαιρο άρθρο-απόκομμα σε εφημερίδα της εποχής (αγνώστου δημοσιογράφου) εκ του προσωπικού αρχείου του babiscook.
_Επιμέλεια babiscook_


                   


ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
18-2-2014

 Το Σάββατο 15/02 πραγματοποιήθηκε το OpenWalkAthens3 με θέμα "Το βιβλίο και το κέντρο της πόλης", και γέμισε για άλλη μια φορά από κόσμο με χάρτες στα χέρια, που επισκεπτόταν παλαιοβιβλιοπωλεία, βιβλιοδετεία στα οποία οι ιδιοκτήτες έδειχναν τη τέχνη τους, ιστορικούς εκδοτικούς χώρους αλλά και νέα βιβλιοπωλεία.
 Μέσω ενός πλούσιου προγράμματος, γύρω στους 2.500 Αθηναίους συνολικά είχαν την δυνατότητα να παρακολουθήσουν πολύ ενδιαφέρουσες ομιλίες για τα νεοκλασικά της Αθήνας που καταστράφηκαν, να ακούσουν από κοντά  συγγραφείς να διαβάζουν ερωτική λογοτεχνία, αλλά και επισκεπτόμενοι την ιστορική Στοά του Βιβλίου, ηθοποιούς να διαβάζουν αποσπάσματα από αγαπημένα τους βιβλία. Στη βόλτα βρίσκονταν και νέοι δημιουργοί comics, παιδιά παρακολούθησαν θέατρο και ειδικές εκδηλώσεις με θέμα το βιβλίο ενώ γεμάτα ήταν και τα βιβλιοπωλεία με τις παρουσιάσεις. Τέλος ο ιστορικός χώρος της Εθνικής Βιβλιοθήκης είχε κατακλυστεί από νωρίς από κόσμο που ήθελε να ξεναγηθεί στο χώρο, ενώ οι openwalkers είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν βιβλία με ειδικές εκπτώσεις.
   Οι Αθηναίοι στην Πράξη εμπνευστές (atenistas), ήρθαν σε επικοινωνία για την όλη διοργάνωση και ευχαρίστησαν όλους όσους συνέβαλλαν στην επιτυχία αυτής της πολύ μεγάλης δράσης: τους ιδιοκτήτες και εργαζόμενους των 25 σημείων (βιβλιοπωλείων, εκδοτικών οίκων) που εξ αρχής αγκάλιασαν τη δράση και μας βοήθησαν στην υλοποίηση της, το εποπτικό συμβούλιο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας και τη Διευθύντριά της κα Α. Αράχωβα που έδωσαν την ευκαιρία στο κοινό να γνωρίσει τον μοναδικό αυτό χώρο τους ηθοποιούς Κωνσταντίνο Τζούμα, Κόρα Καρβούνη, Κ. Βασαρδάνη, Λ. Καλφαγιάννη, Δ. Λιγνάδη, Ε. Δημητροπούλου, Μ. Αλικάκη, Ε. Μαργαρίτη για τις αναγνώσεις τους καθώς και τους συγγραφείς Β. Αλεξάκη, Γ. Ίκαρο Μπαμπασάκη, Κ. Αθανασιάδη, Α. Κορτώ, Α. Σταμάτη, Χ. Χωμενίδη, Μ. Κρητικό, Ν. Μιχαλόπουλο και τον μεταφραστή Α. Κυριακίδη για τις αναγνώσεις και παρουσιάσεις τους, τους συντελεστές της παιδικής παράστασης Τριγωνοψαρούλης, την ηθοποιό Κ. Παπαδημητρίου για το παιδικό παιχνίδι που οργάνωσε, την Η. Νέγκα και τον Ξ. Σακελλαρίου για το μουσικό παραμύθι καθώς και την Σόλη Μπαρκή που με τις μουσικές του ξεσήκωσε τον πεζόδρομο της Βαλτετσίου, τις κομίστριες Βάλια Καπάδαη, Ευγενία Κουμάκη, Αυγή Κανάκη, Ελεάννα Μαυροφρύδη και στη Μ. Αδάμη και Κ. Μπίρη για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ομιλία τους.
   Σε όλους τους Αθηναίους που έκαναν πράξη την ιδιότητά τους, τους δόθηκε χάρτης του Κέντρου της Αθήνας με διευθύνσεις και σημειώσεις ιστορικές για τα βιβλιοπωλεία και βιβλιοδετεία που λειτουργούν στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας. Το ραντεβού ανανεώθηκε για το επόμενο owa.


   

                 

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ: "ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ" του Γεωργίου Κεκαυμένου 

2-12-2012

   Το βιβλίο του Γιώργου Κεκαυμένου, παλαιού συνεργάτη του Αντίβαρου, «Το Κρυφό Σχολείο, το χρονικό μιας ιστορίας» αποτελεί μία ανατρεπτική παρέμβαση στην καρδιά του άξονα σκέψης της σχολής των αναθεωρητών.
   Πλέον, δεν μπορούν να ακροβατούν και να συνεχίσουν να καλλιεργούν μία στερεοτυπική ανάγνωση της Ιστορίας με μοναδικό θεμέλιο ένα βιβλίο χωρίς πηγές (Άλκης Αγγέλου: «Το Κρυφό Σχολειό, το χρονικό ενός μύθου»). Παραπέμπονται λοιπόν στις εκατοντάδες πηγές, τις οποίες αγνοούν και τις οποίες ανασύρει στο προσκήνιο ο Γιώργος Κεκαυμένος στην εξαιρετική του μελέτη. Η έκδοση του βιβλίου από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις του Γ. Καραμπελιά, είναι το επιστέγασμα προσπαθειών ετών από την πλευρά μας. Ακολουθεί ο πρόλογος του βιβλίου. Πρόλογος του Ανδρέα Σταλίδη στο βιβλίο του Γ. Κεκαυμένου, Το Κρυφό Σχολείο, το χρονικό μιας ιστορίας, που κυκλοφόρησε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις την Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012.

Εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα

   Είναι γνωστό πως οι αναθεωρητές ιστορικοί θέλουν να αποσυνδέσουν εντελώς την Εκκλησία από την επανάσταση του 1821 και από όλα τα άλλα ιστορικά γεγονότα, στα οποία το σύγχρονο ελληνικό κράτος χρωστάει την ύπαρξη και τη συγκρότησή του. Γι’ αυτό και οτιδήποτε συνδέει τον ελληνισμό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη χαρακτηρίζεται αυτόχρημα ως μύθος. Ένας από αυτούς τους «μύθους» είναι και το κρυφό σχολειό. Και μάλιστα όχι οποιοσδήποτε, αλλ’ ίσως ο κυριότερος.
   Λίγες δεκαετίες πριν, όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και ερευνητές αποδέχονταν και προασπίζονταν την ιστορικότητα του κρυφού σχολειού. Όμως, τώρα πια, οι πιο πολλοί, ακόμη και αυτοί του λεγόμενου πατριωτικού χώρου, μαζί με εκείνους του εκκλησιαστικού, δεν διστάζουν να παραδεχτούν ευθέως πως, όταν οι αναθεωρητές ιστορικοί υποστηρίζουν ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρξε ποτέ, έχουν δίκιο.
   Παράδειγμα χαρακτηριστικό ο γνωστός ιστορικός Τ. Γριτσόπουλος, ο οποίος παλαιότερα υπήρξε ένας από τους πλέον ένθερμους υπέρμαχους και υποστηρικτές του κρυφού σχολειού, με μεγάλη συγγραφική παραγωγή ειδικά γι’ αυτό το θέμα. Κι όμως, προς το τέλος της ζωής του, δεν δίστασε να δηλώσει ευθέως ότι «ορθώς[1] αμφισβητείται η λειτουργία Κρυφού Σχολείου. Διότι δεν μαρτυρείται στις πηγές, αφού μάλιστα οι Τούρκοι δεν απαγόρευαν την λειτουργία σχολείων μετά την Άλωσιν»[2].
   Το ίδιο σαφής και ξεκάθαρος στην τοποθέτησή του είναι και ο π. Γ. Μεταλληνός, ο οποίος, ήδη από το 1988, έχει δεχτεί πως το κρυφό σχολειό είναι «ατεκμηρίωτο ιστορικά, ως προς τη διαθρυλούμενη μορφή του». Ο «θρύλος» αυτός, προσθέτει, «έχει οπωσδήποτε υπόσταση», αλλά «με την έννοια, ότι την οργανωμένη παιδεία, αδύνατη για την εποχή αυτή, αναπλήρωνε η ανεπίσημη και ταπεινή φροντίδα της Εκκλησίας, στους νάρθηκες των ναών και στις μονές. Τίποτε όμως δεν αποδεικνύει επίσημα καθιερωμένη και συστηματική δίωξη της παιδείας από τους Τούρκους»[3], «έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις έλαβε χώρα, αλλ’ ως αποτέλεσμα ατομικής πρωτοβουλίας και υπερβάλλοντος ζήλου»[4]. Και για τα περαιτέρω παραπέμπει στην «σπουδαία ανάλυση» του Άλκη Αγγέλου, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους[5], δηλαδή στο κείμενο εκείνο, όπου, για πρώτη φορά σε επίπεδο έγκριτου επιστημονικού λόγου, χαρακτηρίστηκε το κρυφό σχολειό ως μύθος. Αυτή η άποψη του π. Γ. Μεταλληνού έχει πρακτικά γίνει και η ημιεπίσημη θέση της Εκκλησίας, αφού εκφράζεται δημόσια από πολλούς θεολόγους, ιερείς αλλά και μητροπολίτες.
   Μετά απ’ όλ’ αυτά, ακόμη και ο πιο ρομαντικός πατριώτης δεν θα μπορούσε παρά να αποδεχτεί, χωρίς καμία αντιλογία, πως το κρυφό σχολειό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ακόμη ανυπόστατος και φυσικά εντελώς ανιστόρητος εθνικός μύθος. Αυτό είχα πιστέψει απόλυτα και εγώ, μέχρι που υπέπεσε στην αντίληψή μου μια παράγραφος από την Ιστορία για την Επανάσταση του 1821, του κορυφαίου ιστορικού και ακαδημαϊκού Διονύση Κόκκινου, όπου λέει τα εξής:
   Ὁ παπᾶς κά­τω ἀ­πὸ τὰ ρά­κη τοῦ ρά­σου του κρα­τεῖ τὸ ψαλ­τῆ­ρι καὶ πη­γαί­νει νὰ μά­θῃ τὰ παι­διά, ποὺ τὸν πε­ρι­μέ­νουν, νὰ δι­α­βά­ζουν. Ὁ­μι­λεῖ ἀ­κό­μη εἰς τὰ παι­διὰ καὶ διὰ τοὺς με­γά­λους ἀν­θρώ­πους ποὺ ἐ­δό­ξα­σαν ἄλ­λο­τε αὐ­τὸν τὸν τό­πον. Δι­δά­σκει τὴν ὀ­λί­γην ἱ­στο­ρί­αν ποὺ γνω­ρί­ζει καὶ αὐ­τός. Τὸ κρυ­φὸ σχο­λει­ὸ δὲν εἶ­ναι θρῦ­λος. Τὸ συ­νε­τή­ρη­σε, πα­ρὰ τὰς κα­τα­δι­ώ­ξεις, πα­ρὰ τὴν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τον ἔλ­λει­ψιν παν­τὸς μέ­σου, πα­ρὰ τὴν φο­βε­ρὰν πί­ε­σιν τό­σων ἀ­μέ­σων ἀ­ναγ­κῶν, ποὺ θὰ ἦ­το φυ­σι­κὸν νὰ ὁ­δη­γή­σουν πρὸς τὸν ἐ­ξισ­λα­μι­σμόν, ὁ βα­θύ­τα­τος πό­θος τοῦ τυ­ραν­νου­μέ­νου ἔ­θνους νὰ ὑ­πάρ­ξῃ. Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νό­της τὸ ἐ­ξη­σφά­λι­ζε[6].
   Από τότε αποφάσισα να ερευνήσω το θέμα του κρυφού σχολειού όσο πιο συστηματικά μπορούσα, διότι γνώριζα πολύ καλά ότι ο Δ. Κόκκινος κατείχε όσο λίγοι τα θέματα της Τουρκοκρατίας και του ’21, και πως, όταν αποφαίνεται για κάτι τέτοιο, βαραίνει ιδιαίτερα ο λόγος του. Έτσι προέκυψε αυτή εδώ η εργασία, η οποία απευθύνεται σε όλους εκείνους που θέλουν να ξέρουν, με επιστημονική ακρίβεια και τεκμηρίωση, ποια είναι η ιστορική αλήθεια για το κρυφό σχολειό, καθώς, μέσα από μια πολύχρονη έρευνα, βρέθηκαν όλες εκείνες οι μαρτυρίες που πιστοποιούν, με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, την ιστορικότητα του κρυφού σχολειού.
   Οι αναθεωρητές ιστορικοί –καθώς και οι διανοούμενοι και δημοσιογράφοι που ακολουθούν τις απόψεις τους– ψέγουν όσους υπερασπίζονται τον «μύθο» του κρυφού σχολειού για «πολλαπλές και μικρές σε έκταση δημοσιεύσεις», που διακρίνονται για «απλοϊκή γραφή», «συναισθηματικό ή και επιθετικό τόνο» και, κυρίως, για «έλλειψη επαρκούς και σύγχρονης ιστορικής παιδείας»[7]. Τις περισσότερες φορές μάλλον έχουν δίκιο. Θα επιχειρήσουμε όμως να τους διαψεύσουμε.
   Η παρούσα μελέτη έχει απλή διάρθρωση και δομή, ώστε να διευκολύνει τον αναγνώστη στην παρακολούθηση τόσο της ανάπτυξης του θέματος, όσο και του πηγαίου υλικού που παρατίθεται και αναλύεται σε αυτήν. Στην αρχή, παρουσιάζουμε τις απόψεις των εγχώριων αναθεωρητών –ιστορικών και μη– για το κρυφό σχολειό και αμέσως μετά απόψεις της διεθνούς βιβλιογραφίας. Στη συνέχεια, θα παρατεθούν και θα αναλυθούν μαρτυρίες που προέρχονται από την αρχή μέχρι το τέλος της Τουρκοκρατίας, που αποδεικνύουν και επιβεβαιώνουν, με το πλέον αναντίρρητο τρόπο, ότι οι Τούρκοι απαγόρευαν ευθέως και δίωκαν απηνώς την παιδεία αλλά και τη θρησκευτική ελευθερία των υπόδουλων Ελλήνων. Αμέσως μετά, ακολουθούν οι μαρτυρίες που αναφέρονται σε σχολεία που είχαν κλείσει οι Τούρκοι, τα οποία οι Έλληνες ραγιάδες είχαν ιδρύσει, μετά από πολλούς αγώνες, κόπους και μπαχτσίσια. Τέλος, παρουσιάζονται όλες οι μαρτυρίες που αναφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, στην ύπαρξη του κρυφού σχολειού, οι οποίες χρονολογούνται από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι, με το ιστορικό υλικό του αρχειοδίφη και τον συλλογισμό του ιστορικού, σχηματίζονται τα τεκμήρια[8] για την απόδειξη της ιστορικότητας του διωγμού της παιδείας και των σχολείων από τους Τούρκους και, συνακόλουθα, της ιστορικότητας του κρυφού σχολειού.

Η μελέτη κλείνει με τα συμπεράσματά της.

   Αμέσως μετά, ακολουθούν δύο παραρτήματα για την ανάπτυξη της παιδείας των Ελλήνων την περίοδο της Τουρκοκρατίας, μέσα και έξω από τα όρια της οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα παραρτήματα αυτά αποτελούν οργανικό και αναπόσπαστο μέρος της όλης μελέτης.

[1] Όλες οι εμφάσεις στις πηγές και τα παραθέματα της παρούσης μελέτης είναι δικές μου, εκτός αν δηλώνεται διαφορετικά.
[2] Τ. Γριτσόπουλος, «Το Αμφισβητούμενον Κρυφό Σχολειό», Εκκλησία 81 (2004), σ. 557.
[3] π. Γ.Δ. Μεταλληνός, Τουρκοκρατία, Αθήνα 62005 [1988], σσ. 133 του ιδίου, 1821, Η Κορύφωση της Ιστορικής Πορείας του Ελληνικού Έθνους, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 34.
5 π. Γ.Δ. Μεταλληνός, 1821…, ό.π., σ. 34.
[5] π. Γ.Δ. Μεταλληνός, Τουρκοκρατία, ό.π., σ. 184, σημ. 39.
[6] Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, Αθήναι 51967, σ. 21. Στην παρούσα μελέτη, προκειμένου να εξάγουμε τα συμπεράσματά μας για το θέμα που θα πραγματευτούμε, θα παραθέσουμε μια μεγάλη σειρά αποσπασμάτων από κείμενα που έχουν γραφεί είτε αιώνες πριν από σήμερα, την εποχή της Τουρκοκρατίας, είτε και σε πιο σύγχρονες εποχές, σε γλώσσα αρχαΐζουσα, καθαρεύουσα, αλλά και στη λαϊκή δημοτική γλώσσα της κάθε εποχής. Αυτό όμως δημιουργεί ένα ζήτημα για την γραμμή που θα πρέπει να ακολουθήσουμε στο θέμα της ορθογραφίας όλων αυτών των αποσπασμάτων. Το πρόβλημα αυτό δεν είναι καινούργιο, ασφαλώς, και έχει ήδη απασχολήσει τους φιλολόγους που προβαίνουν στην έκδοση κειμένων μεγάλων Ελλήνων λογοτεχνών, ποιητών και πεζογράφων, του παρελθόντος.
   Όπως παρατηρεί ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, στην εισαγωγή της μνημειώδους κριτικής του έκδοσης των Απάντων του Παπαδιαμάντη, αυτό είναι ένα «βασανιστικό πρόβλημα», διότι ο καθένας που παραθέτει στο έργο του κείμενα αλλοτινών καιρών πρέπει να τα ορθογραφήσει έτσι, ώστε «ούτε την φυσιογνωμία τους να καταστήσει αγνώριστη, ούτε όμως να το κάνει αποκρουστικό στον αναγνώστη»: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος (κριτική έκδ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Άπαντα, τ. 1, Αθήνα 1981, σ. κδ΄. Ο Τριανταφυλλόπουλος αναφέρεται στα κείμενα του Παπαδιαμάντη, αλλά ο προβληματισμός του φυσικά ισχύει για κάθε ανάλογη περίπτωση.
   Η λύση που δίνει, απλή όσο και ριζοσπαστική, μας εκφράζει απόλυτα, γι’ αυτό και την ακολουθούμε πλήρως. Έτσι, και εδώ «κρατήθηκε ό,τι μπορούσε σήμερα να κρατηθεί, και παραμερίστηκε κάθε ορθογραφική, για την εποχή μας τουλάχιστο, ιδιορρυθμία, που θα ενοχλούσε. Επιπλέον, γραφές λέξεων που δεν έχουν κανένα ετυμολογικό στήριγμα δίνουν την θέση τους στις σωστές»: ό.π., σ. κζ΄. Γι’ αυτό και, στα κείμενα που είναι γραμμένα σε δημοτική ή λαϊκή γλώσσα, «η ορθογραφία ενοποιήθηκε σύμφωνα με τους γενικώς αποδεκτούς κανόνες της γραμματικής της δημοτικής και η στίξη ρυθμίστηκε διακριτικά», σύμφωνα με τα όσα εξαγγέλλει και ο Γ.Π. Σαββίδης στην στερεότυπη έκδοσή του των Απάντων του Καρυωτάκη: Γ.Π. Σαββίδης (επιμ.), Κ.Γ. Καρυωτάκης, Τα Ποιήματα (1913-1928), Λογοτεχνία και Φιλολογία 6, Αθήνα 1989, σ. 16. Για παράδειγμα, δεν ακολουθήθηκε η ψιλοδάσυνση του διπλού ῤῥ, γραμματικά εντελώς περιττή, που υπάρχει σε πολλά κείμενα των προηγούμενων αιώνων, ενώ διακρίθηκε το ερωτηματικό (ὁ)ποῦ από το αναφορικό (ὁ)πού, όπως επίσης το ερωτηματικό πῶς από το ειδικό πώς, τα οποία, στα κείμενα της Τουρκοκρατίας, όλα περισπώνται. Επίσης, η δημοτική κατάληξη της αιτιατικής πληθυντικού των θηλυκών, που στα κείμενα της τουρκοκρατίας, αλλά και μετέπειτα, γράφεται -αις, απλοποιήθηκε σε -ες (μούσες αντί μούσαις). Παρόμοιες απλοποιήσεις και ορθογραφικές ενοποιήσεις έγιναν σε όλες τις περιπτώσεις όπου ήταν απαραίτητο.
   Αντίθετα, στα αρχαΐζοντα κείμενα και τα κείμενα σε καθαρεύουσα, ως επί το πλείστον, διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα, εκτός από την αυτονόητη διόρθωση των όποιων ορθογραφικών λαθών. Όμως, τα ξενόγλωσσα αποσπάσματα της μελέτης μας, είτε από τις πηγές, είτε από τη βιβλιογραφία, τα παραθέσαμε όλα όπως ακριβώς είχαν στο πρωτότυπο έργο, χωρίς καμία απολύτως ορθογραφική επέμβαση ή διόρθωση.

[7] Π. Στάθης, «Το Κρυφό Σχολειό: Διαδρομές του Μύθου, Διαδρομές της Ιστορίας», στο cd-rom με τις εισηγήσεις του συν. «Η ιστορία ως Διακύβευμα. Μορφές Σύγχρονης Ιστορικής Κουλτούρας» [2001], το οποίο συνοδεύει το Historein / Ιστορείν 4 (2003-2004), σ. 22 (του pdf).
[8] Βλ. σχ. Α. Λιάκος, «Ά. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Αθήνα 1997: Βιβλιοκρισία», Μνήμων 20 (1998), σ. 293.

Συγγραφέας: Γιώργος Κεκαυμένος
Εναλλακτικές Εκδόσεις
Έτος Έκδοσης: 2012
Σελ. 243
Τιμή πώλησης: 16 ευρώ, στο ηλεκτρονικό μας βιβλιοπωλείο 11 ευρώ για παραγγελίες πατήστε εδώ
Πηγές: antivaro.gr & περιοδικό "Άρδην"




ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑΣ.

20-9-2012
   Τα πρώτα βιβλία ήταν μοναδικά. Δεν πρόκειται περί ρητορικής υπερβολής αλλά περί κυριολεξίας. Είμαστε άνθρωποι της κουλτούρας του τυπωμένου βιβλίου, που κυκλοφορεί σε εκατοντάδες και χιλιάδες αντίτυπα, που παράγεται βιομηχανικά, που ως υλικό αντικείμενο θεωρείται, σε κάποιον βαθμό, ευτελές και αναλώσιμο.
Πριν από δέκα και δεκαπέντε αιώνες το βιβλίο δεν ήταν απλώς χειροποίητο, ήταν προϊόν κοπιώδους χειρωνακτικής εργασίας. Κόστιζε στους βιβλιόφιλους να το αποκτήσουν και, αν τύχαινε να φθαρεί, δύσκολα το αντικαθιστούσαν. Η προστασία του ήταν πρώτο μέλημα. Από αυτή την πρακτική ανάγκη γεννήθηκε το επάγγελμα του «βιβλιοαμφιάστη», με δικά μας λόγια του βιβλιοδέτη, που εξελίχθηκε στην τέχνη της βιβλιοδεσίας, η οποία παρουσιάζεται στην έκθεση «Η τέχνη της βιβλιοδεσίας. Από το Βυζάντιο στη σύγχρονη εικαστική δημιουργία», που εγκαινιάστηκε την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου και θα διαρκέσει μέχρι 13 Ιανουαρίου, στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στην Αθήνα (Βασ. Σοφίας 22).
   Είναι μειωτικό να χαρακτηρίσει κανείς με τον τρέχοντα όρο «εξώφυλλα» τα εξήντα δείγματα βυζαντινών και μεταβυζαντινών βιβλιοδεσιών από τον 11ο ως τον 19ο αιώνα, από τη Συλλογή χειρογράφων και παλαιτύπων του Βυζαντινού Μουσείου και την Ελληνική Βιβλιοθήκη του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης». Δυο ξύλινες ορθογώνιες πλάκες αγκαλιάζουν προστατευτικά χειρόγραφες σελίδες από πάπυρο ή περγαμηνή, βγαλμένες από τα χέρια ειδικευμένων μοναχών ή επαγγελματιών αντιγραφέων από ιδιωτικά καλλιγραφεία σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια.
   Ντύνονται με βελούδο, μετάξι και πορφύρα. Επενδύονται με χρυσό και ασήμι. Κοσμούνται με πολύτιμους λίθους, με ελεφαντοστό και παραστάσεις από σμάλτο. Φτερωτοί δράκοι, γρύπες, δικέφαλοι αετοί, τρίτωνες, κρίνα και άνθινες μπορντούρες, ανάγλυφα αποτυπωμένα, διακοσμούν δερμάτινα καλύμματα. «Κλείστρα», περίτεχνα μεταλλικά ελάσματα, συγκρατούν τα δύο μέρη του καλύμματος προστατεύοντας την ευαίσθητη περγαμηνή από τις αλλαγές της θερμοκρασίας και την υγρασία. «Γόμφοι», διακοσμητικά μεταλλικά καρφιά, σε σχήμα άνθους, κουμπιού ή αμυγδάλου, στις τέσσερις γωνίες κάθε πλευράς προφυλάσσουν τη βαρύτιμη διακόσμηση από την τριβή στο ράφι και τη φθορά.
    Αντικείμενα τέχνης που μαρτυρούν τις εξελίξεις στην τέχνη κάθε εποχής, οι «σταχώσεις», οι βιβλιοδεσίες των Βυζαντινών, αποτελούν επίσης «πηγή για την ιστορία, την πολιτική, την οικονομία και τα πνευματικά ρεύματα κάθε εποχής», λέει στο «Βήμα» η βυζαντινολόγος Νίκη Τσιρώνη, η οποία επιμελείται την έκθεση μαζί με την Αναστασία Λαζαρίδου, διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου. «Οι πολυτελείς σταχώσεις της μέσης βυζαντινής εποχής, τις οποίες συναντούμε κυρίως σε ευαγγελιστάρια και λειτουργικά κείμενα, αρκετά εκ των οποίων ήταν διπλωματικά δώρα, λειτουργούσαν ως επίδειξη πλούτου και επιβεβαίωση του κύρους της Εκκλησίας και της αυτοκρατορικής αυλής που είχαν παραγγείλει την κατασκευή τους. Οι παραστάσεις που τις διακοσμούν απεικονίζουν, εκτός από τη Σταύρωση, την Ανάσταση και άλλα θρησκευτικά θέματα, και ζητήματα που απασχόλησαν τη βυζαντινή κοινωνία, όπως η εικονομαχία».
   Δυτικοί και ανατολικοί λαοί ακολούθησαν τη βυζαντινή παράδοση των πολυτελών σταχώσεων. Κωνσταντινουπολίτες λόγιοι μετέφεραν, μετά την άλωση της Πόλης, τη βιβλιοδετική τεχνογνωσία στα νεόκοπα τυπογραφεία της Δύσης και στην ενετοκρατούμενη Κρήτη. «Οι δερματόδετες βιβλιοδεσίες των κρητικών εργαστηρίων με την πυκνή διακόσμηση με έγκαυστα σχέδια ταξιδεύουν ως τη βιβλιοθήκη του Καρδινάλιου Βησσαρίωνα και σε άλλες φημισμένες βιβλιοθήκες», μας εξηγεί η Νίκη Τσιρώνη. «Αργότερα, στη διάρκεια των πρώτων αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας, η βιβλιοδεσία ατονεί, γεγονός που μαρτυρεί την ένδεια των Ελλήνων αλλά και την έλλειψη σκοπού και διάθεσης. Οι λιγοστοί βιβλιοδέτες εργάζονται σε μοναστήρια, συντηρώντας παλαιά βιβλία ακολουθώντας τη βυζαντινή τεχνική, ενώ η βιβλιοδεσία των χρόνων της Επανάστασης ακολουθεί κατά κανόνα δυτικά πρότυπα, από τα οποία εμπνέονται εκείνη την εποχή οι έλληνες ενθεγέρτες διανοούμενοι».
   Την ιστορία της τέχνης της βιβλιοδεσίας αφηγείται εποπτικό υλικό (φωτογραφίες, εισαγωγικά κείμενα και αναλυτικές περιγραφές), το οποίο συνοδεύεται από οπτικοακουστικό βίντεο σε καλλιτεχνική επιμέλεια της Véronique Magnes.
Οι εικαστικοί Βένια Δημητρακοπούλου και Δημήτρης Ξόνογλου αναπτύσσουν, στο πλαίσιο της έκθεσης, διάλογο με την τέχνη της βιβλιοδεσίας μέσα από σύγχρονες δημιουργίες τους ενώ στον ίδιο χώρο εκτίθενται έξι συλλεκτικά αντίτυπα του βιβλίου «Κασσιανή η Υμνωδός» της Νίκης Τσιρώνη, φιλοτεχνημένα το καθένα από έναν εικαστικό, τον Μάρκο Καμπάνη, τον Χρήστο Μαρκίδη, τον Χρήστο Μποκόρο, τον Κώστα Παπατριανταφυλλόπουλο, τη Φωτεινή Στεφανίδου και τον Πάνο Φειδάκη.
    Ένας βιβλιοδετικός πάγκος του 19ου αιώνα από την Αλεξάνδρεια, εργαλεία και δείγματα υλικών γραφής συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση με διπλή λειτουργία: ως εκθέματα και ως υλικό για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που πλαισιώνει την έκθεση. Συνοδεύεται από ντοκιμαντέρ του Άκη Χατζηαντωνίου και προσφέρει σε παιδιά άνω των εννέα ετών αλλά και σε ενήλικες την εμπειρία της βιβλιοδεσίας.
    Την έκθεση συνδιοργανώνουν το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και η Ελληνική Εταιρεία Βιβλιοδεσίας. Αφορμή της στάθηκε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Στουδίτης», στο οποίο η Ελλάδα συμμετέχει με άλλες πέντε ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο τη μελέτη βυζαντινών και μεταβυζαντινών βιβλιοδεσιών. Στην προετοιμασία της συνεργάστηκαν ο ιστορικός του βιβλίου Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος, ο εκδότης και βιβλιοδέτης Μπάμπης Λέγγας και ο παλαιογράφος Ζήσης Μελισσάκης.
Πού και πότε
Πού: Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (Μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας, Βασ. Σοφίας 22)
Πότε: 19 Σεπτεμβρίου 2012 ως 13 Ιανουαρίου 2013
Κουζέλη Λαμπρινή
Πηγή: tovima.gr



ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΕΛΟΣ
| του Λευτέρη Γιαννακουδάκη |

15-9-2012
Αυτή την ιστορία θα την πω μόνο μία φορά και έπειτα θα σιωπήσω για πάντα. Θα σας συμβούλευα, για το καλό σας, να μη ζητήσετε επανάληψη, ούτε να την ξαναδιαβάσετε…
Ξεκινά εφτά χρόνια πριν, την πρώτη φορά που διάβασα το βιβλίο του Κλεάνθη Αργυρίου. Τότε ήμουν περίπου είκοσι εννιά χρονών και είχε μόλις τελειώσει άδοξα μια περίοδος της ζωής μου από την οποία περίμενα περισσότερα. Ήθελα να έχω μία δεύτερη ευκαιρία, να δοκιμάσω ξανά κάτι που απέτυχε. Ήξερα ότι αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί, παρόλα αυτά ευχόμουν με όλη την καρδιά μου να αποδειχτεί η πίστη μου ψευδής. Μια ευχή σχεδόν θρησκοληπτική. Πρέπει όμως να ξέρεις τι ζητάς, γιατί, καμιά φορά, μπορεί να το έχεις...
Από τη μέρα που διάβασα το βιβλίο εκείνο, δεν έχω διαβάσει άλλο βιβλίο του Κλεάνθη Αργυρίου, ούτε και κανενός άλλου συγγραφέα. Αυτό όμως το έχω διαβάσει πάνω από πενήντα φορές και για το γεγονός αυτό, υπάρχουν δύο πάρα πολύ σημαντικοί λόγοι. Ο ένας είναι ότι ενώ λατρεύω τον Κλεάνθη Αργυρίου ως συγγραφέα, δεν έχω βρει άλλο βιβλίο του, όσο κι αν έψαξα. Ίσως να μην έχει κυκλοφορήσει κανένα ακόμα, ίσως να μην έγραψε άλλο. Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτόν, ούτε καν αν ζει ή αν έχει πεθάνει. Ο άλλος λόγος είναι ότι το βιβλίο αυτό κάθε φορά μου φαίνεται καινούργιο. Εννοώ ότι οι ιστορίες μου φαίνονται γνωστές, ξεκινάνε με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο, αλλά κάθε φορά έχουν διαφορετική εξέλιξη. Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Μερικές σταματούν να αλλάζουν από κάποια στιγμή και μετά, ενώ άλλες συνεχίζουν. Να, ας πάρουμε για παράδειγμα την ιστορία με το ναυτικό που μετά από πέντε χρόνια συνεχόμενου ταξιδιού επιχειρεί να δέσει σ’ ένα λιμάνι και κάθε φορά που πετάει το σχοινί αυτό είναι δέκα πόντους πιο κοντό απ’ ότι χρειάζεται. Την πρώτη φορά που το διάβασα είχα την αίσθηση ότι στο τέλος ο ναυτικός κατάφερε να βγει στη στεριά. Τη δεύτερη ότι δεν τα κατάφερε ποτέ. Το διάβασα ξανά, μόνο και μονό για να ανακαλύψω ότι τελικά το νησί δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος κάθε φορά που ο ναυτικός του πετούσε το σκοινί, μετακινιόταν δέκα πόντους πιο πίσω. Στην τελευταία εκδοχή ο Ναυτικός αναγκάζεται να σκοτώσει το νησί, καταφέρνει να δέσει και τότε αυτό βουλιάζει παρασέρνοντας τον στον πάτο. Από τότε αυτή η ιστορία έχει μείνει αμετάβλητη. Δεν έχει γίνει όμως το ίδιο με την ιστορία με τη χήρα που ξεκινάει να βρει το ακριβές σημείο που πνίγηκε ο άντρας της, ναυτικός κι αυτός. Κάθε φορά έχει διαφορετικό τέλος. Τη μία πνίγεται κι αυτή στο ίδιο σημείο, την άλλη ερωτεύεται ένα συνάδελφο του άντρα της και ξεχνάει γιατί ξεκίνησε να ταξιδέψει και άλλες πολλές εκδοχές. Είναι σαν να έχω διαβάσει άπειρες ιστορίες, γι’ αυτό και το διαβάζω ξανά και ξανά και ζω την κάθε ιστορία με άλλη εξέλιξη, μέχρι να φτάσει στο επίπεδο που με ικανοποιεί, στο σημείο που σταματάω ν’ αναρωτιέμαι «τι θα γινόταν όμως αν…»
Ανακάλυψα το βιβλίο «Ιστορίες με άλλο τέλος» τυχαία, σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο Ναύπλιο. Θυμάμαι ότι είχα πάει να επισκεφτώ ένα φίλο που είχε μόλις παρουσιαστεί στο στρατό και περιδιάβαινα στα δρομάκια της πόλης περιμένοντας να φτάσει η ώρα του επισκεπτηρίου. Ήταν φθινόπωρο και είχε συννεφιά. Όταν η μπόρα ξέσπασε έπρεπε κάπου να κρυφτώ. Το πιο κοντινό μέρος που έμοιαζε ανοιχτό ήταν αυτό το βιβλιοπωλείο. Ένα διακριτικό καμπανάκι σήμανε την είσοδο μου στο χώρο, αλλά ο ιδιοκτήτης δεν φάνηκε να ενοχλείται. Τον κοίταξα προσεχτικά. Ήταν ένας πραγματικά ιδιόμορφος γέρος. Είχε μακριά, καμπουρωτή μύτη, στην άκρη της οποίας στήριζε ένα ζευγάρι χρυσά γυαλιά. Μια μεγάλη ελιά τα συγκρατούσε από το να γλιστρήσουν στο πάτωμα. Τα φρύδια του ήταν πυκνά και γκρίζα, ενώ στο κεφάλι του είχε ελάχιστες τρίχες, λιγότερες σίγουρα απ’ όσες ξεπρόβαλαν από τα αυτιά του. Φορούσε ένα πολύχρωμο γιλέκο και καθόταν πίσω από τον πάγκο του καπνίζοντας με κλειστά μάτια την πίπα του. Μέσα στο μαγαζί δεν υπήρχε άλλος πελάτης.
Το μέρος με μάγεψε αμέσως. Τα βιβλία ήταν παρατεταγμένα πάνω στους πάγκους σε ανισοϋψείς στήλες και τα ράφια ήταν συμπληρωμένα χωρίς κενά. Φαινόταν σαν να μην έλειπε κανένα βιβλίο από το μαγαζί αυτό. Δεν ήταν στις προθέσεις μου η άμεση αγορά κάποιου αναγνώσματος, είχα μπει για να γλιτώσω από τη βροχή, παρόλα αυτά όντας εντυπωσιασμένος από την πληρότητα των ραφιών και μη θέλοντας να προσβάλω τον ιδιοκτήτη, άρχισα να κοιτάω στους πάγκους διεξοδικά. Μετά από δέκα λεπτά έρευνας ανακάλυψα ότι όλα τα βιβλία του βιβλιοπωλείου ήταν… το ίδιο βιβλίο. «Ιστορίες με άλλο τέλος» του Κλεάνθη Αργυρίου. Ο ιδιοκτήτης συνέχιζε να καπνίζει την πίπα του, χωρίς να έχει κουνηθεί καθόλου από τη θέση του και χωρίς να την έχει τροφοδοτήσει με φρέσκο καπνό. Συνέχισα να ψάχνω στις στοίβες αλλά δεν έβρισκα κανένα άλλο βιβλίο. Υπέθεσα ότι ο ιδιοκτήτης ήταν και ο συγγραφέας και εντυπωσιάστηκα από την επιμονή και τη ματαιοδοξία του να έχει ένα ολόκληρο βιβλιοπωλείο για να πουλάει μόνο το βιβλίο του. Πήρα ένα αντίτυπο στα χέρια μου και τον πλησίασα. «Είστε ο συγγραφέας;» τον ρώτησα. Εκείνος πήρε στα χέρια του το βιβλίο και χωρίς να βγάλει την πίπα από το στόμα του είπε: «όχι.» Ξαφνιάστηκα. Πώς είναι δυνατόν ένα βιβλιοπωλείο να πουλάει ένα μόνο βιβλίο; Τι όφελος είχε; «Δεν είστε ο Κλεάνθης Αργυρίου;» «Όχι, είμαι Ο Νίκος Χρυσός. Θα το πάρετε τελικά;». Έγνεψα καταφατικά. Ήθελα να δω τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που άξιζε να διατηρεί κανείς ένα ολόκληρο βιβλιοπωλείο μόνο και μόνο για να το πουλάει. Το πλήρωσα και, ενώ ήθελα να μάθω λεπτομέρειες για το βιβλίο και το συγγραφέα του, έκανα μεταβολή και προχώρησα προς την έξοδο.
Η βροχή είχε σταματήσει κι ένας λαμπερός ήλιος δημιουργούσε ιριδισμούς στην ατμόσφαιρα. Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να βιαστώ αν ήθελα να προλάβω το επισκεπτήριο. Έβαλα το βιβλίο στην τσάντα μου και ξεκίνησα. Περνώντας δίπλα από τη βιτρίνα παρατήρησα κάτι που μ’ έκανε να σταματήσω. Υπήρχαν εκεί πολλά διαφορετικά βιβλία, όχι μόνο αυτό που είχα μόλις αγοράσει. Κοίταξα λίγο πιο προσεχτικά. Το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου δεν υπήρχε καν στη βιτρίνα! Με κυρίευσε μία επιθυμία να μπω ξανά μέσα και να ψέξω για την παραπλάνηση τον περίεργο βιβλιοπώλη, όμως το ρολόι της γειτονικής εκκλησίας σήμανε 12. Έπρεπε να βιαστώ. Το επισκεπτήριο τελείωνε σε μια ώρα…
Το βιβλίο έμεινε στην τσάντα μου περίπου ένα μήνα χωρίς να το διαβάσω, για να το ανακαλύψω τυχαία ενώ ετοιμαζόμουν για ένα κοντινό ταξίδι. Αποφάσισα να το πάρω μαζί μου ελπίζοντας ότι θα ήταν μια ευχάριστη παρέα για το τραίνο. Διάβασα τρεις ιστορίες μονορούφι και στην τέταρτη με πήρε ο ύπνος καθώς ήμουνα πολύ κουρασμένος. Όταν ξύπνησα θέλησα να συνεχίσω το διάβασμα από το σημείο που το άφησα, αλλά δεν μπορούσα να βρω που είχα σταματήσει. Μου φαινόταν όλα καινούργια κι έτσι διάβασα την τέταρτη ιστορία ξανά από την αρχή. Το γεγονός αυτό δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση, αλλά στο γυρισμό, μην έχοντας τι άλλο να διαβάσω, αποφάσισα να ξαναδιαβάσω τις δύο ιστορίες που μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, το «Πλοίο της νύχτας» και το «Μεγάλο άλλοθι». Όμως δεν ήταν οι ίδιες ιστορίες, αν και στην αρχή έμοιαζαν πολύ. Θεωρώντας ότι είχα μπερδέψει τους τίτλους, δοκίμασα να βρω εκείνες που είχα λατρέψει και διάβασα ξανά το βιβλίο για να φτάσω στην προαναφερόμενη διαπίστωση. Οι ιστορίες άρχιζαν με παρόμοιο τρόπο, αλλά εξελίσσονταν διαφορετικά απ’ ότι κάθε προηγούμενη φορά που τις είχα διαβάσει, χωρίς όμως αυτό να μειώνει την απόλαυση που μου προσέφερε η ανάγνωση τους! Αντιθέτως, κάθε φορά μου άρεσαν περισσότερο!
Αν και το γεγονός αυτό μου προξένησε τεράστια εντύπωση, η καθημερινότητα με έκανε σύντομα να το ξεχάσω, μέχρι που βρέθηκα σ’ ένα βιβλιοπωλείο του κέντρου, θέλοντας για άλλη μια φορά να σκοτώσω την ώρα μου. Κοιτώντας τις προθήκες θυμήθηκα το βιβλίο του Αργυρίου και άρχισα να ψάχνω μήπως βρω κάποιο άλλο. Τα αποτελέσματα της έρευνας μου ήταν αποκαρδιωτικά. Απευθύνθηκα σε κάποιον υπάλληλο, ο οποίος όμως δήλωσε άγνοια για το συγγραφέα που του ζήτησα. Η αναζήτηση του στον υπολογιστή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Αυτός ο συγγραφέας δεν υπήρχε, με διαβεβαίωσε ένας άλλος, πιο ενημερωμένος δήθεν, πωλητής. Έφυγα απογοητευμένος, ήταν προφανές ότι ήταν άσχετοι.
Για κάποιο χρονικό διάστημα κυκλοφορούσα στο κέντρο, με αποτέλεσμα να έχω την ευκαιρία να επισκεφτώ πολλά μεγάλα βιβλιοπωλεία. Η αναζήτηση μου για τον Αργυρίου, είχε κάθε φορά τα ίδια αποτελέσματα. Κανένας δεν τον ήξερε. Η ζωή μου άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Περνούσα όλο και περισσότερο χρόνο σπίτι μου, διαβάζοντας το βιβλίο του Αργυρίου. Σταμάτησα να βλέπω τους φίλους μου και να πηγαίνω στη δουλειά, δεν έβρισκα ενδιαφέρον στις δραστηριότητες αυτές, έμοιαζαν απλά να επαναλαμβάνονται. Ζούσα με τα χρήματα ενός ενοικίου και είχα μειώσει τις ανάγκες μου στο ελάχιστο. Είχα αποφασίσει να συνεχίσω να διαβάζω το βιβλίο, μέχρι οι ιστορίες να σταματήσουν να εξελίσσονται κι ενώ μέχρι εκείνη τη μέρα οι περισσότερες είχαν φτάσει σε μία οριστική μορφή, αυτές που συνέχιζαν, φαινόταν ότι δεν θα τελείωναν ποτέ. Η κάθε μέρα μου ξεκινούσε όπως κάθε άλλη, αλλά συνεχιζόταν με τόσο παρόμοιο, μα συνάμα διαφορετικό, τρόπο. Η αλλαγή άρχιζε όταν έπιανα στα χέρια μου το βιβλίο και ανακάλυπτα ότι η χιλιοδιαβασμένη ιστορία ήταν για άλλη μια φορά καινούργια. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η μέρα αποκτούσε ενδιαφέρον.
Επέτρεπα μόνο μια παρέκκλιση από το πρόγραμμα μου. Μία φορά την εβδομάδα επισκεπτόμουν ένα διαφορετικό βιβλιοπωλείο και ζητούσα ένα βιβλίο του Αργυρίου και κάθε φορά έπαιρνα την ίδια απάντηση: «Δεν υπάρχει. Ούτε κάποιο βιβλίο, ούτε τέτοιος συγγραφέας.» Το μυστήριο γινόταν όλο και πιο μεγάλο. Άρχισα να πιστεύω ότι το βιβλίο που κατείχα ήταν μια φαντασίωση του μυαλού μου και ότι άρχισα να τρελαίνομαι και σταμάτησα να μιλάω γι’ αυτό. Είχα μόνο μία λύση. Να επιστρέψω στο Ναύπλιο και να επισκεφτώ εκείνο το βιβλιοπωλείο. Πιθανά ο γέρος θα μπορούσε να λύσει τις απορίες μου. Όμως, κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να πραγματοποιήσω το σύντομο αυτό ταξίδι, κάτι με εμπόδιζε. Τη μία έκλεινε ο δρόμος λόγω απεργίας, την άλλη αρρώσταινα, την τρίτη είχα κάποια δουλειά που δεν έπαιρνε αναβολή, φαινόταν σαν κάτι ή κάποιος να εμπόδιζε την πορεία μου προς την αλήθεια. Μια φορά έφτασα μέχρι τα Δερβενάκια, για να αποκλειστώ, άνοιξη καιρό, από το χιόνι και να αναγκαστώ να γυρίσω πίσω! ...


♦ ◊ ♦ ◊ ♦

Τα πράγματα άλλαξαν όταν βρέθηκα πρόσφατα τυχαία σε μία λογοτεχνική διάλεξη που με τράβηξε με το ζόρι ο φίλος μου Άλκης, με θέμα τους αδικημένους λογοτέχνες. Σε φυσιολογικές συνθήκες δεν θα πήγαινα, αλλά ο Άλκης εισέβαλλε στο χώρο μου και με τράβηξε σχεδόν με το ζόρι. Ήταν ο μόνος με τον οποίο συνέχιζα να έχω επαφές, αν και δεν του μιλούσα ποτέ για τον Αργυρίου. Ένας άλλος λόγος που δέχτηκα να πάω μαζί του ήταν ότι μέσα μου πίστευα ότι θα μάθαινα κάτι για το συγγραφέα που καθόριζε την καθημερινότητα μου. Δεν ήταν ο πιο αδικημένος απ’ όλους μήπως; Δεν του άξιζε μία ειδική διάλεξη;
Βρέθηκα λοιπόν σε μία κρύα αίθουσα να ακούω μη αδικημένους, αλλά άγνωστους μου ομιλητές να μιλάνε για αδικημένους άγνωστους μου συγγραφείς. Δεν άκουσα όμως κουβέντα για τον Κλεάνθη Αργυρίου. Όταν οι διαλέξεις τελείωσαν, κάποιος από το πάνελ ρώτησε αν υπήρχαν ερωτήσεις. Τότε, χωρίς να ξέρω για ποιο λόγο, πετάχτηκα: «Και ο Κλεάνθης Αργυρίου;! Τον ξεχάσατε;» Αμέσως έπεσε μια παγωμάρα στην αίθουσα. Οι ομιλητές άρχισαν να κοιτάνε ο ένας τον άλλο με αμηχανία. Τελικά ένας από αυτούς, φανερά ενοχλημένος, γάβγισε: «Δεν είμαστε αναγκασμένοι να ξέρουμε κάθε άγνωστο γραφιά! Μιλάμε για αξιόλογους, αδικημένους λογοτέχνες», κι έπειτα έδωσε το λόγο σε κάποιον άλλον. Θέλησα να επιμείνω και άρχισα να φωνάζω ότι είναι άσχετοι, αλλά ο Άλκης με έπιασε από το μανίκι και με κάθισε με το ζόρι στην καρέκλα μου. «Σταμάτα», μου είπε εκνευρισμένος. Τον κοίταξα με μίσος. Με ποιανού το μέρος ήταν; Απελευθερώθηκα από το πιάσιμο του και σπρώχνοντας τον σχεδόν, σηκώθηκα και με βιαστικά βήματα κατευθύνθηκα προς την έξοδο.
Όταν βγήκα έξω έβρεχε, όπως εκείνη τη μέρα στο Ναύπλιο. Για άλλη μια φορά δεν κρατούσα ομπρέλα. Κοίταξα γύρω μου. Η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει και όλα τα μαγαζιά φαίνονταν κλειστά. Είχα έρθει με το αυτοκίνητο του φίλου μου, οπότε δεν είχα μέσο να φύγω. Άρχισα να περπατάω προς μία τυχαία κατεύθυνση, όταν άκουσα μια φωνή πίσω μου. «Κύριε», είπε η φωνή κι εγώ γύρισα προς το μέρος της. Ήταν ένας άντρας με γκρίζα καμπαρντίνα και μακριά μαλλιά στο ίδιο χρώμα, ο οποίος είχε βγει από το χώρο της εκδήλωσης και με πλησίαζε. «Σε μένα μιλάτε;» αποκρίθηκα. Έγνεψε καταφατικά και συνέχισε να προχωράει προς το μέρος μου. «Αυτοί εκεί μέσα ξέρουν μόνο να μιλούν χωρίς να λένε τίποτα. Δεν θα αναγνώριζαν ποτέ τον Κλεάνθη Αργυρίου. Φυσικά και τον ξέρουν, αλλά τον φοβούνται!» Επιτέλους, είχα βρει κάποιον που γνώριζε την ύπαρξη του συγγραφέα – φάντασμα. «Κώστας Οικονόμου», μου συστήθηκε απλώνοντας ένα χέρι φορτωμένο με δαχτυλίδια με μαύρες πέτρες. Έσφιξα το χέρι λέγοντας το όνομα μου. «Έχω διαβάσει τις “ιστορίες με άλλο τέλος”» του είπα. Ο Κώστας σάστισε. «Δεν το ξέρω το βιβλίο αυτό, εγώ έχω διαβάσει το “μια καθημερινή πρόκληση”», κατάφερε να τρευλίσει με έκδηλη συγκίνηση. Υπήρχε λοιπόν κι άλλο βιβλίο του Κλεάνθη Αργυρίου! Ο Κώστας μου εξομολογήθηκε ότι αναζητούσε στοιχεία για το συγγραφέα πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Κάθε φορά που διάβαζε το βιβλίο που κατείχε, εκείνο του έθετε μια καινούργια πρόκληση, σαν να αντιλαμβανόταν την καθημερινή του ανάγκη να βρεθεί αντιμέτωπος με κάτι καινούργιο. Κάθε φορά που δεν άντεχε την καθημερινότητα του, διάβαζε μια ιστορία που τον έκανε να χάνεται σε νέους κόσμους, σε κόσμους που οι προκλήσεις είχαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την βαρετή καθημερινότητα του. Το βιβλίο – θεός, έτσι το χαρακτήρισε. Μιλήσαμε λίγο ακόμα με τον Κώστα για τη λατρεία μας στο συγγραφέα και τη μαγική ικανότητα του να αποκαλύπτει κάθε φορά σε κάθε διαφορετικό αναγνώστη κάτι καινούργιο, καθώς και για το γεγονός ότι ούτε αυτός, ούτε εγώ είχαμε βρει ποτέ άλλο βιβλίο του. Βιβλιογραφία δεν υπήρχε και κανείς δεν γνώριζε αν ζει και που μένει. Μου μίλησε για την επίδραση που είχε ασκήσει ο Αργυρίου σε διάφορους λογοτέχνες και πως το λογοτεχνικό κατεστημένο, μην μπορώντας να τον αντιμετωπίσει και να τον εντάξει κάπου, αποφάσισε να τον απομονώσει και να τον «θάψει». Κανονίσαμε να συναντηθούμε την επόμενη μέρα για να ανταλλάξουμε βιβλία και να συνεχίσουμε τη συζήτηση μας. Είχα πολύ μεγάλη περιέργεια να μάθω κι άλλα στοιχεία για το συγγραφέα και φυσικά να διαβάσω το άλλο του βιβλίο.
Όταν γύρισα σπίτι άρχισα να ψάχνω για το δικό μου αντίτυπο. Θυμόμουν ότι το είχα αφήσει στο κομοδίνο μου, καθώς είχα την τάση να διαβάζω από καιρού εις καιρόν μία ιστορία του πριν κοιμηθώ και να την επαναλαμβάνω μόλις ξυπνήσω το πρωί, για να δω τι αλλαγή είχε υποστεί κατά τη διάρκεια της νύχτας. Το βιβλίο όμως δεν ήταν εκεί. Προσπάθησα να θυμηθώ που το είχα βάλει. Σκέφτηκα αμέσως την εκδρομική μου τσάντα, αυτή που έπαιρνα στα ταξίδια μου και στην οποία κάθε φορά, με κάποιο μαγικό τρόπο, βρισκόταν το βιβλίο. Είχα γυρίσει πρόσφατα από ένα τέτοιο ταξίδι και ίσως ήταν ακόμα εκεί. Με απογοήτευση μου ανακάλυψα ότι είχα λαθέψει για δεύτερη φορά. Άρχισα να προβληματίζομαι και να ψάχνω στη βιβλιοθήκη. Η αναζήτηση μου ήταν άκαρπη. Συνέχισα να ψάχνω παντού όλο το βράδυ, χωρίς καμία επιτυχία…
Το πρωινό με βρήκε σε κατάσταση απελπισίας. Όχι μόνο δεν θα μπορούσα να εκπληρώσω την υπόσχεση μου απέναντι στον Κώστα, αλλά είχα χάσει και το μοναδικό αντίτυπο του βιβλίου! Τώρα κάθε μέρα μου θα ήταν ίδια! Ήταν φοβερό. Πήρα τηλέφωνο τον Κώστα για να τον ενημερώσω για την απώλεια, ελπίζοντας ότι το να διαβάσω έστω το άλλο βιβλίο του Αργυρίου θα μετρίαζε τον πόνο μου. Η φωνή που απάντησε άνηκε σ’ έναν κατεστραμμένο άνθρωπο. Αλίμονο, το ίδιο είχε συμβεί και σ’ αυτόν! Η είδηση ότι είχα χάσει κι εγώ το δικό μου αντίτυπο τον έκανε να απωλέσει ακόμα κι αυτή τη ελάχιστη ικμάδα ζωής που είχε στη φωνή του. Κλείσαμε το τηλέφωνο όντας και οι δύο τσακισμένοι.
Προσπάθησα να ξεχάσω λίγο το ζήτημα και να ασχοληθώ με κάτι άλλο, πιστεύοντας ότι αν δεν ψάχνω αυτό που αναζητώ, αυτό θα φανερωθεί μπροστά μου και άλλα τέτοια που υποστηρίζουν ακριβοπληρωμένοι λογοτέχνες. Όμως τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Κατά το απογευματάκι, αποφάσισα να παρακολουθήσω λίγο τηλεόραση, για να ξεχαστώ. Προς το τέλος του δελτίου άκουσα την τραγική είδηση: «Ο παλιός αγαπημένος συγγραφέας Κώστας Οικονόμου αυτοκτόνησε σήμερα…» Στην οθόνη εμφανίστηκε το πρόσωπο του Κώστα, σε μια φωτογραφία που τον έδειχνε πολύ νεότερο απ’ ότι τον γνώρισα. Μόνο τα μάτια και τα μακριά μαλλιά ταίριαζαν με την εικόνα που αντίκρισα. Ακούγοντας τον εκφωνητή έμαθα ότι ο Κώστας υπήρξε στο παρελθόν ένας πολύ γνωστός συγγραφέας, ο οποίος σταμάτησε να γράφει απότομα δεκαπέντε χρόνια πριν κι από τότε είχε εξαφανιστεί. Ήταν τραγικό. Γιατί έπρεπε να τελειώνουν έτσι τα πράγματα; Γιατί έπρεπε να τελειώνουν; Γιατί να μη συνεχίζονται όλα επ’ άπειρον, μια ζωή στο διηνεκές με καθημερινά καινούργια γεγονότα; Ιστορίες χωρίς κανένα τέλος, αυτό χρειάζεται η ζωή μας, σκέφτηκα απογοητευμένος. Μακάρι τα πράγματα να μην τελειώνουν ποτέ, ευχήθηκα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
Έκλεισα την τηλεόραση τρομοκρατημένος. Το μυστήριο του Κλεάνθη Αργυρίου είχε αρχίσει να αποκτά χαρακτήρα δραματικό. Αποφάσισα να δοκιμάσω για άλλη μια φορά να επιστρέψω στο Ναύπλιο, ελπίζοντας ότι αυτή η απροσδόκητη εξέλιξη θα αναιρούσε όλα τα εμπόδια και ότι θα υπήρχε ακόμα το βιβλιοπωλείο από το οποίο είχα αγοράσει το βιβλίο. Ο ιδιοκτήτης του θα ήξερε κάτι για το συγγραφέα ή, αν όχι, θα πρέπει να είχε ακόμα κάποιο αντίτυπο του βιβλίου που είχα αγοράσει, αφού φαινόταν ότι διέθετε όλο το στοκ.
Προγραμμάτισα την επίσκεψη μου για την επόμενη μέρα. Έτσι κι αλλιώς η καθημερινότητα μου είχε καταστραφεί από την έλλειψη του βιβλίου. Ως εκ θαύματος και χωρίς να αντιμετωπίσω καμία δυσκολία, έφτασα στο Ναύπλιο γύρω στο μεσημέρι. Με δέος μπήκα στην μέχρι σήμερα απαγορευμένη για μένα πόλη και πάρκαρα το αυτοκίνητο μου κοντά στην κεντρική πλατεία. Άρχισα να ψάχνω για το βιβλιοπωλείο, αλλά δεν μπορούσα να το βρω. Γύριζα για ώρα στα στενά της πόλης, ρωτώντας και ρωτώντας ξανά για το βιβλιοπωλείο. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Ήταν φθινόπωρο, είχε συννεφιά κι εγώ για άλλη μια φορά δεν είχα ομπρέλα. Όταν η μπόρα ξέσπασε έπρεπε κάπου να κρυφτώ. Το πιο κοντινό μέρος που έμοιαζε ανοιχτό ήταν ένα μαγαζί που δεν είχα προσέξει τόση ώρα και το οποίο μόνο τη στιγμή που έμπαινα μέσα κατάλαβα ότι ήταν ένα βιβλιοπωλείο. Ιδιοκτήτης του ήταν εκείνος ο γέρος! Είχε την ίδια μακριά, καμπουρωτή μύτη, στην άκρη της οποίας στήριζε ένα ζευγάρι χρυσά γυαλιά. Μια μεγάλη ελιά τα συγκρατούσε από το να γλιστρήσουν στο πάτωμα. Τα φρύδια του ήταν πυκνά και γκρίζα, ενώ στο κεφάλι του είχε ελάχιστες τρίχες, λιγότερες σίγουρα απ’ όσες ξεπρόβαλαν από τα αυτιά του. Φορούσε το ίδιο πολύχρωμο γιλέκο και καθόταν πίσω από τον πάγκο του καπνίζοντας με κλειστά μάτια την πίπα του. Μέσα στο μαγαζί δεν υπήρχε άλλος πελάτης.
Κοίταξα γύρω και ο χώρος σχηματίστηκε μπροστά στα μάτια μου όπως εκείνη τη μέρα. Τα βιβλία ήταν παραταγμένα πάνω στους πάγκους σε ανισοϋψείς στήλες και τα ράφια ήταν συμπληρωμένα χωρίς κενά. Πλησίασα τρέμοντας προς τα βιβλία, τα οποία έμοιαζαν όλα ίδια. Πήρα διστακτικά ένα στο χέρι μου και διάβασα τον τίτλο: «Κλεάνθης Αργυρίου – Ιστορίες χωρίς κανένα τέλος.» Κοίταξα γύρω μου έντρομος. Όλα τα βιβλία είχαν τον ίδιο τίτλο! Άρχισα να ψάχνω μανιωδώς. Πέταξα βιβλία στο πάτωμα, γκρέμισα στήλες… Κανένα αποτέλεσμα. Δεν υπήρχε άλλο βιβλίο. Ο ιδιοκτήτης δεν είχε αντιδράσει καθόλου στην παράφορη συμπεριφορά μου. Βιαστικά προχώρησα προς το μέρος του. Το σώμα του ήταν ακίνητο και φαινόταν σαν να κοιμάται. Στο χέρι του κρατούσε μια εφημερίδα, η οποία ήταν γυρισμένη προς το μέρος μου. Πλησιάζοντας, τα μάτια μου έπεσαν στον τίτλο. «Πέθανε ο συγγραφέας Κλεάνθης Αργυρίου.» Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Κάτω από τον τίτλο βρισκόταν μια φωτογραφία. Πλησίασα ακόμα περισσότερο και κοίταξα. Ήμουν εγώ! Σήκωσα τρομοκρατημένος το βλέμμα στον ιδιοκτήτη. Στη θέση του προσώπου του αντίκρισα ένα κρανίο, από τις τρύπες του οποίου έβγαινε αργά ο καπνός της πίπας.
Πέταξα το βιβλίο και βγήκα έξω τρέχοντας χωρίς να κοιτάξω πίσω. Βγαίνοντας αντίκρισα το αυτοκίνητο μου παρκαρισμένο σχεδόν απέναντι από το βιβλιοπωλείο. Χωρίς να αναρωτηθώ μπήκα μέσα και πάτησα το γκάζι φεύγοντας μακριά όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Από τότε δεν ξανάκουσα για τον Κλεάνθη Αργυρίου και ούτε ρώτησα κανένα γι’ αυτόν. Όταν κάποια στιγμή άκουσα το όνομα του τυχαία, έστρεψα το κεφάλι μου προς την άλλη κατεύθυνση και συνέχισα το δρόμο μου. Στη ζωή τα πράγματα συμβαίνουν μια φορά κι ό,τι τελειώνει, τελειώνει για πάντα.

Πηγή: oldbooks.gr


                          


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ANDREW LOMBERD, Οδοδείκτης στην κρίση..!!..

9-9-2012

   ΠΑΤΑΓΟ -θα- κάνει το νέο βιβλίο του Ανδρέα Λοβέρδου ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΟΡΘΩΣΗ, που βλέπει το φως της δημοσιότητας την πλέον κατάλληλη στιγμή για την ελληνική κοινωνία. Ο πρώην υπουργός μετά από πολύμηνη αποξένωση από τα εγκόσμια, κατά την οποία καταδύθηκε στα τρίσβαθα του εσωτερικού του κόσμου, ανέσυρε, κατέταξε και συμπύκνωσε σε ένα εγχειρίδιο 119 σελίδων, όλες του τις πολιτικές εμπειρίες, γνώσεις και παραστάσεις που απέκτησε έως τώρα, προκειμένου να καταστεί Οδοδείκτης σε αυτή την κρίσιμη καμπή για τον τόπο! 

   Όπως ο μύστης, ενσταλάζει λίγη λίγη τη σοφία του και διαπιστώνει πως ''στην Ελλάδα υπάρχει ανάγκη για ένα συμμετοχικό, ευρωπαικό, μεταρρυθμιστικό, ριζοσπαστικό, σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό υποκείμενο και δεν έχει σημασία αν αυτός ο χώρος θα προκύψει από την μετεξέλιξη υπάρχοντος κόμματος, ή τη συγχώνευση, ή την εκλογική συμπόρευση υφιστάμενων σχηματισμών... κλπ κλπ''. Παρακάτω, σε μιά αποστροφή της βαθυστόχαστης σκέψης του καταθέτει ότι: ''Η κυβέρνηση Παπανδρέου, αν δεν υπήρχε η κρίση, θα ήταν μία από τις καλύτερες κυβερνήσεις της περιόδου''.
   Ένα μόνο κενό υπάρχει στο βιβλίο-σταθμό του σοφού. Δεν γράφει πως θα πραγματοποιούνται πλέον οι μεταφορές υπαλλήλων από ιδιωτικές εταιρείες σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις υπουργείων στη νέα ευημερούσα Ελλάδα, κυρίως δε των εχόντων προσόντα Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης..!

   Φυσικά, εάν οι υπεύθυνοι πολιτικοί παράγοντες προσπεράσουν ή σνομπάρουν το πολύτιμο βιβλίο-οδηγό, θα είναι υπόλογοι απέναντι στον ελληνικό λαό και την μακραίωνη ιστορία του...

Φωτογραφία BW ''Σοφού'', Κώστας Μητρόπουλος



ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

6-9-2012

Πραγματικά, ορισμένες φορές οι φλεγματικοί Βρεττανοί μας εκπλήσσουν ευχάριστα. Αυτή τη φορά για λόγους... λογοτεχνικούς, αφού είχαν την ιδέα να μετατρέψουν τους διάσημους κόκκινους τηλεφωνικούς θαλάμους -που τείνουν να εξαφανιστούν- σε δανειστικές βιβλιοθήκες!

Μέχρι το 2002 υπήρχαν 92.000 κόκκινοι τηλεφωνικοί θάλαμοι στους δρόμους της Βρετανίας, αριθμός που μειώθηκε δραματικά στις 11.000 όταν η κινητή τηλεφωνία και το Internet μπήκαν στη ζωή των Βρετανών.
perierga.gr - Οι λονδρέζικοι τηλεφωνικοί θάλαμοι έγιναν βιβλιοθήκες!
Όμως, τόσο για τη βρετανική πρωτεύουσα όσο και για τις περισσότερες πόλεις και χωριά της χώρας, οι εν λόγω τηλεφωνικοί θάλαμοι αποτελούν σημαντικό μέρος της ιστορίας και της πολιτιστικής ταυτότητάς τους.
perierga.gr - Οι λονδρέζικοι τηλεφωνικοί θάλαμοι έγιναν βιβλιοθήκες!
Στο πλαίσιο αυτό οι τοπικές Αρχές αλλά και η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισαν να «σώσουν» από κοινού τους κόκκινους θαλάμους, μεταμορφώνοντας καθέναν ξεχωριστά σε υπαίθρια δανειστική βιβλιοθήκη.
perierga.gr - Οι λονδρέζικοι τηλεφωνικοί θάλαμοι έγιναν βιβλιοθήκες!
Από το 2009 πάνω από 1.500 βιβλιοθήκες δημιουργήθηκαν σε διάφορες πόλεις και χωριά, αποτελώντας τα πλέον δημοφιλή σημεία συνάντησης των βιβλιόφιλων Βρετανών, και όχι μόνο!
perierga.gr - Οι λονδρέζικοι τηλεφωνικοί θάλαμοι έγιναν βιβλιοθήκες!
«Ο καθένας μπορεί να έρθει και να πάρει ένα βιβλίο για να διαβάσει, ένα περιοδικό ή ένα DVD, αλλά θα πρέπει να το αντικαταστήσει με κάποιο άλλο αντίστοιχο, διατηρώντας έτσι αμετάβλητο το απόθεμα», αναφέρουν οι υπεύθυνοι.
perierga.gr - Οι λονδρέζικοι τηλεφωνικοί θάλαμοι έγιναν βιβλιοθήκες!

Πηγή: perierga.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Google+

«ΤΟΝ ΑΡΧΟΝΤΑ ΧΡΗΝΑΙ ΜΗΔΕΝ ΦΡΟΝΕΙΝ ΘΝΗΤΟΝ, ΑΛΛΑ ΠΑΝΤ' ΑΘΑΝΑΤΑ» (Ο Άρχων πρέπει τίποτε να μη σκέπτεται ως θνητός, αλλά ως αθάνατος), Βίας ὁ Πριηνεὺς 625-540 π.Χ.

X